Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016
Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016
Το βιβλίο και το σύμπαν
Μπορούμε να πούμε ότι κάποια βιβλία είναι τόσο
καλά δομημένα, που η κάθε λέξη φαίνεται να περικλείει μέσα της την ουσία του
συνόλου. (Αυτό φυσικά είναι υπερβολή, γιατί αρκεί να βγάλεις μια λέξη από το
πλαίσιό της, ή να μην έχεις διαβάσει ακόμη όλο το βιβλίο – και άρα να μην έχεις
συνολική γνώση του συνόλου – για να χάσει το ειδικό της νόημα και να γίνει ξανά
η παλιά, συνηθισμένη λέξη. Ή απλώς να ξεχάσεις ότι υπήρξε). Το βιβλίο είναι, ή
έτσι μας φαίνεται, ή έτσι μου αρέσει να το βλέπω σε συγκεκριμένες περιπτώσεις,
ένα κλειστό σύστημα του οποίου όλα τα μέρη συνδέονται άμεσα ή έμμεσα, επικοινωνούν
και συνυπάρχουν αρμονικά ή με τρόπο εκρηκτικό. Το βιβλίο είναι ένα σύμπαν. Δεν
είναι μικρό ούτε και μεγάλο, γιατί (στην πραγματικότητα) τα σύμπαντα δεν έχουν
μέγεθος.
Στο σύμπαν υπάρχουν πράγματα που ορίζουν όχι μόνο
τον εαυτό τους αλλά και τη γενικότερη υφή του συστήματος. Το ένα περιέχει το
όλο και αντικατοπτρίζεται πάνω του. Έχει ένα ρόλο, αλλά δεν είναι κάτι που
μπορεί να αξιολογηθεί ή να συγκριθεί, γιατί κανείς δεν έχει συνολική και
απόλυτη εποπτεία ώστε να ξέρει πώς συνδέονται όλα τα μέρη μεταξύ τους. Σε μικρότερη
κλίμακα, σε ένα βιβλίο (όπου η συνολική όχι, αλλά η απόλυτη είναι αδύνατη ακόμη
και για το δημιουργό του) μπορεί να μην περιέχεται μια πρόταση, όπως ουσιαστικά
δεν περιέχονται σχεδόν όλες οι πιθανές προτάσεις (οι περιεχόμενες αποτελούν
πολύ μικρό δείγμα), αλλά αυτό δεν είναι αναγκαστικά έλλειψη, γιατί και στον υλικό
κόσμο που κατοικούμε, μας δίνονται μερικά στοιχεία, κι εμείς συμπληρώνουμε τα
κενά. Ζούμε στις παρυφές της άγνοιας, με λίγες μόνο, και συνήθως προσωρινές, εκλάμψεις
βεβαιότητας. Και κάποια βιβλία καταφέρνουν ακριβώς αυτό: να δίνουν την ψευδαίσθηση
ότι είναι τόσο πλήρη και καλά κουρδισμένα, ασαφή και πολύσημα όσο και το σύμπαν
που τα περιέχει.
Η πεπερασμένη (όπως πιστεύεται) φύση του σύμπαντός
μας, ή έστω, το άπειρο (όπως πιστεύεται) μέγεθός του, μας δίνει την άδεια να
κάνουμε ακραίες υποθέσεις. Σκεφτόμαστε ότι στο αχανές σύμπαν, λογικά ή
υποθετικά, θα περιλαμβάνονται όλες οι υποθέσεις, όπως ότι υπάρχει ένας πλανήτης
όπου στα κλαδιά των δέντρων αντί για φύλλα φυτρώνουν πολυκατοικίες. Και σε έναν
άλλο κλειδιά του σολ. Και σε έναν άλλο οι άνθρωποι. Σε έναν άλλο υπάρχουν
πλάσματα που φαντάζονται έναν πλανήτη σαν τον δικό μας όταν υποθέτουν ότι στο
άπειρο σύμπαν τους πρέπει κάπου να υπάρχει ένας πλανήτης στα δέντρα του οποίου
φυτρώνουν φύλλα, άνθη και καρποί. Ή ότι υπάρχουν πλάσματα εκεί έξω. Όμως το
σύμπαν μας, που μπορεί τελικά να μην περιέχει δέντρα και πολυκατοικίες,
περιέχει σίγουρα κάποιον που τα φαντάζεται, λόγω άγνοιας ή αεργίας. Και αυτός ο
κάποιος μπορεί ακόμη να υποθέσει ότι υπάρχει κάποιος άλλος, πολύ μακριά, που
φαντάζεται ότι κάπου στο σύμπαν, πολύ κοντά, υπάρχει κάποιος που κάνει όλες ή
κάποιες από αυτές τις υποθέσεις. Η φύση σιχαίνεται τη σπατάλη. Ίσως αυτός είναι
ο τρόπος της να δημιουργήσει τα πράγματα που θα ήταν σπατάλη να δημιουργήσει: η
φαντασία.
Σε αντίθεση με ένα κέλυφος, που περιέχει τη ζωή
χωρίς να είναι ζωή, το σύμπαν περιέχει τη νοημοσύνη χωρίς να έχει νοημοσύνη.
Όμως δεν είναι ένα απλό δοχείο. Είναι κέλυφος και περιεχόμενο, είναι το μέρος
και το όλο. Και άρα, αφού περιέχει νοημοσύνη, όχι μόνο την περιέχει: είναι
νοημοσύνη. Το βιβλίο περιέχει τα φαινόμενα που χρειάζεται ο αναγνώστης για να
φανταστεί και να υποθέσει τις λεπτομέρειες αυτού του εξ ορισμού παραμορφωμένου
κόσμου. Όμως ακόμη κι αν κάτι δε λέγεται, τα λεγόμενα είναι ικανά να γεννήσουν
φαντασιακή αφήγηση εκτός της τυπωμένης. Γιατί ενώ ο συγγραφέας περιγράφει εκατό
χρόνια στο Μακόντο, μία μέρα στο Δουβλίνο ή μια στιγμή στο Παρίσι, με πολλές ή
λίγες λεπτομέρειες, ο αναγνώστης μπορεί, στην πραγματικότητα είναι μοιραίο, να
φανταστεί και πράγματα που δεν τυπώθηκαν ή που δεν εννοήθηκαν ποτέ. Τα τυπωμένα
σημάδια της σελίδας ορίζονται από το συγγραφέα, αλλά το λευκό της σελίδας
αντανακλά τα χρώματα της φαντασίας του αναγνώστη. Αυτές οι απατηλές εικόνες
είναι εξίσου παράλογες ή ορφανές απάντησης με τα δέντρα που γεννούν παράδοξα
πράγματα. Όμως το σημαντικό είναι ότι υπάρχει κάποιος που τα φαντάζεται.
Ίσως λοιπόν ο συγγραφέας, που μέσα στο πλαίσιο του
βιβλίου ή του κειμένου του είναι νοημοσύνη χωρίς να έχει νοημοσύνη – δεν ξέρω
τι σημαίνει αυτό, αλλά πρέπει να ισχύει – τη στιγμή που δημιουργεί τον
αναγνώστη, που λογικά έχει νοημοσύνη χωρίς να είναι νοημοσύνη, επιδιώκει, χωρίς
να είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα, ακριβώς αυτό: ότι κάποια από τα πράγματα
που θεώρησε άσκοπο να υλοποιήσει ή να ενσωματώσει ο ίδιος, βρήκαν ένα τρόπο να
πραγματωθούν. Έστω και σε ένα ξένο μυαλό, έστω κι αν δεν το μάθει ποτέ. Κάπως
έτσι τελειώνει αυτό το κείμενο, αν και κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι κατά
τη διάρκειά της, πριν και μετά την ανάγνωση, αυτό το κείμενο, όλα τα κείμενα,
ναι, όλα, οδηγούνται αργά από ένα big bang σε ένα big crunch,
από τον τίτλο ως την τελευταία τελεία, και πάλι πίσω, για πάντα. Κάποιος
μάλιστα μπορεί να διαβάσει αυτό το κείμενο ξανά, ανάποδα και κανονικά, για να
βρει κάποιο κρυφό νόημα, αλλά αυτό το κείμενο δεν περιέχει κάτι τέτοιο,
τουλάχιστον όχι στη δική μου φαντασία, γιατί όλα τα νοήματα είναι επινοήσεις.
Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016
Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015
Postcards from Poland
[Στίχοι του κομματιού Postcards from Poland των Po(-)]
{διαθέσιμο για ακρόαση στο soundcloud.com/poband}
Saigon
is bygone
and
Kathmandu is more than a man can do
so
I said god damn
and
I flew to Amsterdam
switching
the channels
channel
to channel
Rode
a bus to Basel
where
I met with a dyke and a clown
going
by bike to Klondike
So,
we went to Brussels, tried to sell her a bra
we
had oysters and fries from France, yeah
Now,
northern lights are blinding
Sweden
thought was Eden
but
the telephone’s ringing
Hold
on
it’s
London
-/-/-/-/-/-/-/-/-
I
paid a visit to Utopia
I
saw the Yeti smoking opium
In
the rustic cornucopia
Fucking
on the photocopier
I
met oblivion in Bolivia
And
an amphibian from Namibia
Not
a person found in Persia
Or a hamster humping in New Hampshire
I
saw Arizona in the horizon
And
Maradona winning in Marathon
Got
confused over what’s an Indian
But
I’m standing on his blood meridian
I
paid a visit to Utopia
I
saw the Yeti smoking opium
In
the rustic cornucopia
Fucking
on the photocopier
-/-/-/-/-/-/-/-/-/-/-/-
Bygones
are bygones
She
rang the bell so fast that it came like sleep
so
the screen went alive
and
I knew I was home again
switching
the channels
channel
to channel
Received
my pseudonym with special degrees
and
by the pier of Po I was laughing to tears
just
wondering what will happen to Manhattan
when
the level of the sea rises
Now,
nevermind the islands
I’m
back again at no thanks
in
this handful of nothings
Guess
what:
It’s
Athens
(103.762)
Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015
Μία σύντομη ιστορία της αντανάκλασης, της εικόνας και του φωτός
Μία
σύντομη ιστορία της αντανάκλασης, της εικόνας και του φωτός
Μέχρι το 6000 π.Χ., οπότε και
κατασκευάστηκαν οι πρώτοι καθρέφτες (από οψιδιανό), οι άνθρωποι δεν μπορούσαν
να ξέρουν πώς ακριβώς έμοιαζε το πρόσωπό τους. Ο μόνος τρόπος που είχαν για να
αντλήσουν κάποια εικόνα ήταν το είδωλο στο νερό, αλλά αυτή δεν μπορούσε να
είναι απολύτως ακριβής. Με την εφεύρεση του καθρέφτη οι άνθρωποι απέκτησαν
πραγματική πρόσβαση στα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, αλλά αυτός ο τρόπος
ήταν στιγμιαίος και δεν τους επέτρεπε να ξαναδούν ή να δείξουν στους νεότερους
πώς ήταν στα νιάτα τους. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η εικόνα που
παρέχει ένας καθρέφτης είναι ελαφρώς παραπλανητική, καθότι αντεστραμμένη. Είναι
μία λεπτομέρεια που μοιάζει ασήμαντη, αλλά αρκεί να σκεφτούμε ότι οι δύο
πλευρές του προσώπου δεν είναι ίδιες, και να θυμηθούμε τον εαυτό μας ενώ έβλεπε
μία φωτογραφία που μας τράβηξαν, καταπληκτικά όμοια αλλά εκνευριστικά
διαφορετική σε σχέση με το πρόσωπο που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στον
καθρέφτη. Ίσως ο μύθος να μην επεδίωκε να καταδείξει μόνο την αυταρέσκεια, αλλά
και το διακαή πόθο του ανθρώπου για αυτή τη γνώση. Και ίσως αν είχε προϋπάρξει
ο καθρέφτης ή η φωτογραφική μηχανή, ο Νάρκισσος να μην είχε πνιγεί, ή να μην
είχε γεννηθεί στη μυθολογία.
Και ενώ η αντανάκλαση της εικόνας είχε
πια κατακτηθεί, κάποιοι άνθρωποι άρχισαν να προσθέτουν σκαλοπάτια στην κλίμακα
της καταγραφής της (τα πρώτα είχαν μπει από τη ζωγραφική και τη γλυπτική),
χωρίς να το γνωρίζουν και χωρίς να έχουν επίγνωση ο ένας των ανακαλύψεων του
άλλου. Ο Κινέζος φιλόσοφος Μόζι (ή Μο
Ντι, ή Μο Τι, 5ος αιώνας π.Χ.) επεσήμανε την αντιστροφή του φωτός
που εισέρχεται σε έναν σκοτεινό χώρο από μία μοναδική μικρή οπή, ενώ ο Αριστοτέλης
παρατήρησε το ίδιο φαινόμενο στα κυκλικά σχήματα φωτός που πέφτουν μέσα στη
σκιά μιας σήτας ή των φύλλων ενός δέντρου. Ωστόσο δεν κατάφεραν να εξηγήσουν τι
ακριβώς συνέβαινε.
(Ως
ενδεικτικό της διαφοράς αντιλήψεων σε σχέση με το σήμερα, αξίζει να σημειωθεί
ότι ο Ευκλείδης, όπως αργότερα και άλλοι, πίστευε πως η όραση λειτουργεί με
φωτεινές ακτίνες που εκπέμπονται από τα μάτια.)
Ο
πρώτος που κατάλαβε ότι το φως που αντιστρέφεται μέσα σε συνθήκες σκιάς δεν
είναι ένα τυχαίο φως αλλά η εικόνα που υπάρχει στην άλλη πλευρά της οπής, ήταν
ο Άραβας επιστήμονας Αλχαζέν (περ. 1020 μ.Χ.). Ήταν μάλιστα και ο πρώτος που
κατάφερε να προβάλει μία εξωτερική εικόνα στο εσωτερικό ενός σκοτεινού δωματίου
– camera obscura, όπως ονομάστηκε λίγους αιώνες αργότερα. Όταν ο Τζιανμπαττίστα ντέλλα
Πόρτα τοποθέτησε στην οπή έναν κοίλο φακό με σκοπό να «αναπαραστήσει το σχήμα
του ματιού» (1558), και θέλησε να μοιραστεί τα αποτελέσματα του πειράματος με
τους φίλους του στην Ακαδημία των Μυστικών, (ή Οτιόζι), η Εκκλησία τον θεώρησε
μάγο και απείλησε να τον κάψει ζωντανό.
Ήδη
πλέον, η ζωγραφική, το πιο αργό και παρεμβατικό μέσο καταγραφής εικόνας, και το
μοναδικό προς το παρόν, ωθούμενη από τις μελέτες περί προοπτικής και τη
μετάβαση στην ελαιογραφία, είχε αρχίσει να αποτυπώνει ακριβείς εικόνες,
ικανοποιώντας την ανθρώπινη ματαιοδοξία και διευρύνοντας τα όρια των
δυνατοτήτων της (sic). Είναι η εποχή που ακμάζει η προσωπογραφία, γιατί το πρόσωπο μπορεί πλέον
να καταγραφεί πιστά και να μείνει έτσι για πάντα. Μοιραία, εμφανίζονται διάφοροι
προστάτες των τεχνών που παραγγέλνουν έργα όπου συνυπάρχουν ζωγραφικά με
αγίους, λιοντάρια και εσταυρωμένους σε εβραϊκές τοποθεσίες αναγεννησιακής
αρχιτεκτονικής και βιβλικής θεματολογίας, θύματα της ίδιας τους της μυθομανίας
(γιατί μυθομανία δεν είναι μόνο, ή δε θα έπρεπε να είναι μόνο, η τάση κάποιου
να ψεύδεται, αλλά και η ανάγκη του να ακούει ιστορίες, να παραμυθιάζεται).
Επωφελούμενοι από τη γενικότερη χωροχρονική ασυναρτησία των έργων, κάποιοι
ζωγράφοι υποκύπτουν στον πειρασμό να συμπεριλάβουν και το δικό τους πρόσωπο
στις πολυπληθείς συνθέσεις.
Στα
μέσα του 17ου αιώνα ο Γιοχάννες Βερμέερ χρησιμοποίησε μία
τελειοποιημένη εκδοχή της camera obscura, φιλοτεχνώντας έργα σχεδιαστικής τελειότητας και
πάλλοντων χρωμάτων. Την ίδια περίοδο, η μελέτη του φωτός συνεχίζεται από
πολλούς επιστήμονες, οι οποίοι όμως είναι διχασμένοι. Υπάρχει η Νευτώνεια άποψη
ότι το φως αποτελείται από μικροσκοπικά σωματίδια, ενώ οι Χούιγκενς και Χουκ,
επηρεασμένοι από τον Ντεκάρτ, υποστηρίζουν ότι είναι κύματα που διαχέονται στο plenum ή τον αιθέρα – αυτή
η διχογνωμία παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αν σκεφτούμε ότι η σύγχρονη
επιστήμη παρατηρεί πως το φως συμπεριφέρεται και ως σωματίδιο αλλά και ως κύμα.
Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Τόμας Γιάνγκ ανακαλύπτει ότι το φως
αποτελείται από συχνότητες, τις οποίες ταυτίζει με τα ορατά χρώματα, ενώ
διατυπώνει τη θεωρία ότι στο μάτι υπάρχουν υποδοχείς που είναι ευαίσθητοι στα τρία
βασικά χρώματα.
Μέχρι
στιγμής, οι μόνοι που έχουν ασχοληθεί με την καταγραφή της εικόνας, και οι
μόνοι που έχουν αντιληφθεί τη σημασία της camera
obscura για αυτόν το σκοπό, είναι οι
ζωγράφοι. Η πρώτη φωτογραφική μηχανή κατασκευάστηκε, πιθανώς, το 1826 από το
Ζοζέφ Νισεφόρ Νιέπς, αλλά χρειάζονταν μέρες έκθεσης για να αποτυπωθεί μία
μάλλον φτωχή πτυχή της πραγματικότητας – μία φωτογραφική μηχανή που, κάποιος θα
μπορούσε να πει, δεν αποτύπωνε ακριβώς τη στιγμή. Αντίθετα, μετά τον
ξαφνικό θάνατο του Νιέπς (1833), ο Λουί Νταγκέρ, στον οποίο είχε αφήσει τις
σημειώσεις του ο Νιέπς, κατάφερε να μειώσει τον απαιτούμενο χρόνο σε λίγα
λεπτά, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα ευκρινέστερες εικόνες. Το 1849 ο Φιζώ
υπολογίζει την ταχύτητα του φωτός με μηδαμινή απόκλιση, αλλά αυτό δεν επηρεάζει
με κάποιο τρόπο αυτή την αφήγηση. Το 1861 ο Μάξουελλ, βασιζόμενος στα ευρήματα
του Γιάνγκ, δημιούργησε την πρώτη έγχρωμη φωτογραφία, χρησιμοποιώντας τρία
αντίγραφα της ίδιας φωτογραφίας μέσα από τρία διαφορετικά φίλτρα, κόκκινο, πράσινο
και μπλε, το ένα πάνω στο άλλο.
Σε
όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα η φωτογραφία συνέχισε να εξελίσσεται
ως προς τα υλικά στα οποία αποτυπωνόταν η εικόνα και τα χημικά που
χρησιμοποιούνταν για την εμφάνιση και τη στερέωση, (πρέπει να σημειωθεί ότι ένα
από τα εσωτερικά εξαρτήματα της φωτογραφικής μηχανής είναι ο καθρέφτης),
θέτοντας τη ζωγραφική προ τετελεσμένου γεγονότος ή ανοίγοντας μία μέχρι
πρότινος αθέατη πόρτα. Από τα μέσα του 19ου αιώνα η ζωγραφική
αναγκάζεται να απομακρυνθεί από τη λεπτομερή καταγραφή της πραγματικότητας, και
αφήνει πιο προσωπικές φωνούλες να μιλήσουν, με ανάμεικτα αποτελέσματα. Το
σαρωτικό πλήγμα, αλλά όχι το τελευταίο που θα δεχθεί η ζωγραφική, δίνεται με
την κινούμενη εικόνα, μία καινοτομία που προσέφερε νέες αφηγηματικές
δυνατότητες και γέννησε έναν οπτικό κόσμο που μάγεψε τους θεατές. Ήδη, στο φιλμ
Μετά το Χορό (1897) του Ζωρζ Μελιές, έχουμε ίσως τα πρώτα (γυναικεία)
οπίσθια στην ιστορία του κινηματογράφου.
Είναι
αναγκαίο, και ίσως διασκεδαστικό, να σκεφτούμε πράγματα που θα ήταν διαφορετικά
ή δε θα είχαν υπάρξει καθόλου χωρίς τη φωτογραφία και την κινούμενη εικόνα
(συνήθως σε συνδυασμό με κάποια άλλη τεχνολογία, αλλά εδώ μας ενδιαφέρει η
καταγραφή της εικόνας): οι ταυτότητες, τα διαβατήρια, τα δελτία ειδήσεων, οι
εφημερίδες και τα λοιπά έντυπα˙ οι διαφημίσεις˙ οι μισθοί των αθλητών˙ τα
σπίτια, όπου θα υπήρχαν κάδρα μόνο για πίνακες, ενώ τα πορτοφόλια των μανάδων,
των συζύγων και των συντρόφων θα επεφύλασσαν μόνο λεφτά και πιστωτικές κάρτες
για τον επίδοξο πορτοφολά˙ δε θα υπήρχαν καρτ-ποστάλ και πορνογραφία, χαρτάκια
Πανίνι και κάρτες Σούπερ-Ατού˙ δε θα υπήρχαν αστέρες του κινηματογράφου, ούτε
και μοντέλα, εκτός ίσως από αυτά της πασαρέλλας˙ δε θα υπήρχε η δυνατότητα
θέασης πραγμάτων πέραν του άμεσα αντιληπτού.
Έχοντας
χάσει την πρωτοκαθεδρία ανάμεσα στα μέσα καταγραφής εικόνας, και
εκμεταλλευόμενη τις νέες πρακτικές, η ζωγραφική πραγματοποιεί μία καταπληκτική
μεταμόρφωση: κινείται. Και λίγο αργότερα, μία ακόμη: το
πνεύμα της ερμηνεύει τους καιρούς και καταλαβαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψει
τις εκθέσεις, τα σαλόνια και τις δημοπρασίες, τους εννοιολόγους και τους
υψηλομύτορες, και να βγει στους δρόμους, εκεί όπου υπάρχουν αμέριμνοι θεατές,
πραγματικοί άνθρωποι. Την ενδιαφέρει κυρίως το τι και το πού, και όχι τόσο το
ποιος και το πώς. Όμως στο τραπέζι οι
προσφορές δε σταμάτησαν ποτέ να πυκνώνουν. Εφημερίδες με κείμενα, φωτογραφίες
και διαφημίσεις, τηλεόραση με ειδήσεις, εκπομπές, σήριαλ και διαφημίσεις,
διαδίκτυο, μία ψευδαίσθηση παντογνωσίας, παντοδυναμίας και αιωνιότητας, και
διαφημίσεις. Από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, του πιο καταστροφικού, υπό δύο
έννοιες, που βίωσε η ζωγραφική, μέχρι και σήμερα, η εικόνα έχει υποστεί τόση
φθορά που οι περισσότεροι ζωγράφοι μοιάζουν πλέον να μην ξέρουν τι έχει νόημα
να ζωγραφιστεί. Φοβάται κανείς ότι το πινέλο μπορεί να αντικατασταθεί εντελώς
από το τηλέφωνο (οξύμωρο, αλλά είναι αλήθεια), το λευκό χαρτί και το τελάρο από
την αεικίνητη οθόνη. Ότι μπορεί να σταματήσει να έχει νόημα.
Παρόλο
που η φωτογραφική μηχανή κατέγραψε ευρεία εμπορική επιτυχία κατά το δεύτερο
μισό του 20ου, ο νέος αιώνας έφερε μία αλλαγή που δύσκολα καταφέρνει
να συλλάβει ο νους. Μέσα σε δέκα χρόνια, οι άνθρωποι βρήκαν στα χέρια τους μια
συσκευή που καταγράφει και αναπαράγει εικόνες, μεταξύ πολλών άλλων. (Μια
συσκευή που, μοιραία, θα εξαφανίσει εντελώς την ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, και
θα προσπαθήσει να κάνει το ίδιο και με την αναλογική, αλλά δε θα τα καταφέρει).
Εδώ και λίγα χρόνια, κάθε στιγμή που περνάει, ο πλανήτης μας καταγράφεται χωρίς
διακοπή από αμέτρητες οπτικές γωνίες, ένα φιλμ σαν τα μάτια της μύγας. Και αν
οι τουρίστες και οι εορτάζοντες αυτής της μεριάς της γης πέφτουν κάποια στιγμή
για ύπνο, έχουν μόλις ξυπνήσει οι της άλλης, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν κάμερες
ασφαλείας και δορυφόροι που παρακολουθούν τι συμβαίνει στις πόλεις και τα
καταστήματα. Οι φωτογραφίες ταξιδεύουν από μάτια σε μάτια. Λόγω φορέων, μέσων,
τρόπων και φαινομένων που κρίνεται ανιαρό να αναπτυχθούν από εμένα, το
διαδίκτυο έγινε το μεγαλύτερο φωτογραφικό άλμπουμ που υπήρξε ποτέ, με
αναπόφευκτο αποτέλεσμα να γίνει ο σκουπιδότοπος των εικόνων.
Ένα μεγάλο ποσοστό του ανθρώπινου εγκεφάλου (κάποιοι επιστήμονες το τοποθετούν στο 60%) είναι αφιερωμένο στην όραση, άρα δεν είναι παράλογο που οι άνθρωποι
έπαθαν τέτοιο παροξυσμό με τις εικόνες. Ή ίσως το ποσοστό αυτό αναπτύχθηκε
ακριβώς για να υποστηριχθεί ο καλπάζων παροξυσμός. Οι άνθρωποι αγαπούν να
βλέπουν. Τους αρέσει να βλέπουν φωτογραφίες, τηλεόραση, ομιλίες,
ηλιοβασιλέματα, παραστάσεις, ποδόσφαιρο, να διαβάζουν, να παίζουν
βιντεοπαιχνίδια, να πηγαίνουν σινεμά, να χαζεύουν στον υπολογιστή ή το κινητό.
Και είτε πρόκειται για εικόνες φτιαγμένες υπομονετικά με το χέρι, είτε για
φωτογραφίες, είτε για κινούμενες εικόνες οποιουδήποτε είδους, φαίνεται πως
στους ανθρώπους αρέσει να παρακολουθούν κάτι που δε συμβαίνει στους ίδιους.
Είναι το τίμημα. Το σοκ. Κάποιος, κάποτε, είδε στο νερό το πρόσωπό του, και
νόμισε ότι ήταν ο εαυτός του.
Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015
Αυτές τις μέρες που όλοι μιλάνε
Αυτές τις μέρες που όλοι μιλάνε
Υπάρχουν άνθρωποι των οποίων ο ρυθμός ομιλίας είναι δυσανάλογος με το ρυθμό
παροχής πληροφοριών. Τυχαίνει κάποιες φορές να συζητάμε με κάποιον που ενώ μιλάει
γρήγορα, μετά από λίγη ώρα καταλαβαίνουμε ότι, ουσιαστικά, μας έχει πει
ελάχιστα. Ή ότι δεν έχει ολοκληρώσει κανένα θέμα. Έτσι, μετά από λίγο το
ενδιαφέρον μας εξανεμίζεται, και αφηνόμαστε σε σκέψεις όπως αυτή που αναπτύσσω
εδώ, χάνοντας τελικά το νήμα. Και παρόλο που θεωρούμε ότι η μνήμη μας είναι
αρκετά καλή ώστε να παρακολουθεί τις διακλαδώσεις που μπορεί να υποστεί η ροή
του συνομιλητή, (πιστεύουμε ότι αυτή η ικανότητα μας δίνει πλεονέκτημα,
χαιρόμαστε μάλιστα γιατί μερικές φορές γίνεται αντικείμενο θαυμασμού από
κάποιους, ή έτσι νομίζουμε, και νοιώθουμε ισχυροί, σαν να έχουμε κάνει
ζαβολιά), κάποια στιγμή βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία φράση που μας επιστρέφει
σε ένα σημείο της συζήτησης το οποίο είχαμε ξεχάσει εντελώς και νομίζαμε ότι
είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί, αγνοώντας, οι καημένοι, ότι όσα ειπώθηκαν στο
μεταξύ ανήκουν σε μία καθόλου εκλεκτική παρένθεση. (Αντιθέτως, άλλες φορές
αναρωτιόμαστε με μεγάλη περιέργεια αν ο συνομιλητής μας θα συνειδητοποιήσει ότι
εγκατέλειψε το θέμα του για να ανοίξει τριάντα άσκοπες παρενθέσεις – ή
νοιώθουμε τη φαγούρα μιας δαμόκλειας εκκρεμότητας). Είναι εγκιβωτισμένες
συζητήσεις, λερναία λογύδρια, συσκευασίες που περιέχουν σκισμένα περιτυλίγματα,
θραύσματα ενός παρόντος γεμάτου εγκοπές. Συνεχής μεταπήδηση από θέμα σε θέμα.
Καταστάσεις όπου οι άνθρωποι δυσκολεύονται να ιεραρχήσουν τις πληροφορίες που
έχουν στο κεφάλι τους, στιγμές που όλα μοιάζουν άξια να ειπωθούν, γι’ αυτό και
η συζήτηση δεν έχει καμία δομή. Σε αυτές τις περιπτώσεις αναγκαζόμαστε να
παίξουμε το παιχνίδι, που πιθανώς δε μας αρέσει, ή να γίνουμε ο ακροατής της
βραδιάς.
Πολλές φορές, εμείς οι άνθρωποι δε μιλάμε για να πούμε. Ο συνομιλητής είναι
μία ευτυχής συγκυρία, μία πρόφαση. Στην ουσία τον χρησιμοποιούμε, γνωρίζοντας
ότι μας χρησιμοποιεί κι εκείνος. Το αντιλαμβανόμαστε κάθε φορά που ο άλλος
πασχίζει να μας διακόψει για να πει κάτι που αποδεικνύεται άσχετο, και
καλύπτουμε τα μάτια τη στιγμή που εισάγουμε ή επαναφέρουμε το θέμα που θέλουμε
εμείς να συζητήσουμε. Ένα άλλοθι, ένα βολικό ζευγάρι αυτιά. Γιατί σε πολλούς
από εμάς φαίνεται ανούσιο, ή δε μας βγαίνει καν, να μιλάμε μόνοι σε ένα άδειο
δωμάτιο (ή κάπου αλλού). Πρέπει να υπάρχει κάποιος. Πρέπει κάποιον να
επιβαρύνουμε με την αναφώνηση των σκέψεών μας. Και επειδή δεν είναι άπειρα αυτά
που έχουμε να πούμε, ανυπομονούμε να πούμε για πολλοστή φορά την ίδια ιστορία
από κάποτε σε κάποιον που, σε λίγο, επιτέλους, θα σταματήσει να λέει τα δικά
του, (και αν δε σταματήσει, να είναι βέβαιος, θα τον κάνουμε εμείς να
σταματήσει), ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόμαστε τι μας κάνει να το θέλουμε τόσο πολύ:
μας αρέσει να μιλάμε. Δεν έχει σημασία το τι λέμε, αρκεί να μιλάμε.
Είναι αβάσταχτα σημαντικό για εμάς το να αφηγηθούμε μία ιστορία που
εμπεριέχει ένα προθάλαμο, ένα προφυλακτικό και ένα προσφιλές προφίλ μετά από
χρόνια, για –οστή φορά. Ή το να αναφερθούμε σε ένα συγκεκριμένο θέμα που μπορεί
να μην ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους υπόλοιπους της παρέας. Γιατί; Ίσως είναι μία
ιστορία που μας κάνει να φαινόμαστε φοβεροί ή απίστευτοι. Ή μία που τη λέμε
ωραία. Μπορεί να θέλουμε να δούμε την αντίδραση (πιθανό) ή να ακούσουμε μία
καινούργια άποψη (σπανίως). Ίσως ξέρουμε ότι αυτή η ιστορία μας θέτει πάντα στο
επίκεντρο της προσοχής. Από την άλλη, μάλλον ξέρουμε ότι αυτό το συγκεκριμένο
θέμα, το οποίο γνωρίζουμε τόσο καλά, προκαλεί μία συζήτηση στην οποία έχουμε
πάντα δίκιο. Μας αρέσει να έχουμε δίκιο. Θλιβερά μικρά ανθρωπάκια: μονίμως
προσπαθούμε να υποβάλουμε την εντύπωση για να επιβάλουμε το θαυμασμό.
Σε ένα σαλόνι ή ένα μπαλκόνι κάποιος λέει ένα αστείο. (Εγώ δεν τον ξέρω).
Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων, ένας δεύτερος έχει εντοπίσει μία αδυναμία, ή
μία προοπτική για αυτό το αστείο, και λέει ένα νέο, βελτιωμένο αστείο που είναι
καλύτερο ή χειρότερο από το πρώτο. Σύντομα, πετιέται ένας τρίτος που λέει το
δικό του, και το ίδιο συμβαίνει μέχρι να μιλήσουν σχεδόν όλα τα μέλη της
παρέας, μερικοί ίσως περισσότερες από μία φορές. Κάποιος από αυτούς που δε
μίλησαν, το τελευταίο αστείο ποιος θα το πει, σκέφτεται. Δύο περιπτώσεις. Αυτός
που έχει πραγματικά το καλύτερο. Αυτός που θέλει περισσότερο να πει το
τελευταίο. Και μετά γέλια. Ή σιωπή. Άλλο θέμα.
Κάποιοι άνθρωποι διακόπτουν το συνομιλητή τους πολύ συχνά και χωρίς
σημαντικό λόγο. Αναπόφευκτα, του δημιουργούν άγχος, μια αίσθηση ότι βρίσκεται
υπό καθεστώς πολιορκίας, πως κάθε συλλογισμός που θα προσπαθήσει να αναπτύξει,
κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να μείνει ημιτελής. Το αποτέλεσμα είναι ευνόητο:
αρχικά τον κάνουν να χάσει την πίστη του, και τελικά τη μιλιά του, γιατί ποιος
ο λόγος να ξεκινήσεις κάτι αν αποκλείεται να το ολοκληρώσεις. Κάποιοι άνθρωποι
προσπαθούν με πείσμα να πείσουν τους άλλους για την ορθότητα του λάθους τους.
Είναι αυτοί που, σε άλλες περιπτώσεις, παραδέχονται ένα πταίσμα για να
συγκαλύψουν ένα κακούργημα. Κάποιοι άνθρωποι φλυαρούν για να αποκρύψουν το
γεγονός ότι δεν έχουν τίποτα να πουν. Κάποιοι άνθρωποι δε σε κοιτάζουν ποτέ στα
μάτια όταν σου μιλάνε, επειδή ξέρουν ότι ενώ τα αυτιά αναγνωρίζουν το τι και το
πώς, τα μάτια έχουν το χάρισμα να διακρίνουν το γιατί.
Όμως θα ήταν άδικο να μην αναφέρουμε και κάποιες θετικές περιπτώσεις.
Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν (στην πραγματικότητα πρόκειται περί ενστίκτου,
και όχι θεώρησης) ότι η αληθινή αφετηρία της επικοινωνίας βρίσκεται στο αυτί,
και όχι στο στόμα. Υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους συζητάς, και εύχεσαι να
μην ξημερώσει ποτέ. Ή που θέλεις να τους πάρεις μαζί σου στο σπίτι και να τους
κεράσεις ένα μάτε, απλώς και μόνο για να αναβάλεις το τέλος της συζήτησης. Ναι,
υπάρχουν άνθρωποι που σε κάνουν να πιστεύεις ότι έχει νόημα. Τέλος, υπάρχουν
κάποιοι άνθρωποι που δεν πιστεύουν πως η σιωπή είναι μία δυσλειτουργία της
επικοινωνίας. Είναι αυτοί που δεν τη φοβούνται. Αυτοί που νοιώθουν πλήρεις
ακόμη και με τα πιο απλά πράγματα, ακόμη και με το να αναπνέουν τον ίδιο αέρα
με κάποιον που αγαπούν.
(Αυτό το κείμενο αγνοεί, εξίσου συνειδητά όσο και επιδεικτικά, τους
ακατονόμαστους των καιρών μας, που μιλούν χωρίς να λένε απολύτως τίποτα.)
(Αναρτήθηκε στο toperiodiko.gr στις 15/9/2015)
Το όπιο του ανθρώπου
Το όπιο του ανθρώπου
Στη Θεογονία,
αλλά και στην αρχή του διδακτικού έπους Έργα
και Ημέραι, ο Ησίοδος μας παρέχει, ίσως, την παλαιότερη σωζόμενη καταγραφή του
μύθου της Πανδώρας. Ο Δίας είχε εξοργιστεί με τον Προμηθέα για την κλοπή της φωτιάς
και σχεδίαζε μεγάλη εκδίκηση για το γένος των ανθρώπων, οι οποίοι δέχτηκαν το δώρο
του Τιτάνα. «Κι αμέσως αντάλλαγμα στη φωτιά έφτιαξε κακό για τους ανθρώπους˙ γιατί
από γη έπλασε ο ξακουσμένος Κουτσός ομοίωμα σεβαστικής παρθένας κατά τη βουλή του
γιου του Κρόνου» (Θεογονία, στ. 570-572). Ο Ήφαιστος δεν ήταν μόνος του σε αυτή
τη διαδικασία. Τον βοήθησαν η Αθηνά, η Αφροδίτη, οι Χάριτες, η Πειθώ, ο Ερμής. Και
αφού την προίκισαν με ομορφιά, στολίδια, λουλούδια, κοσμήματα και ψέματα, ο Δίας
την ονόμασε Πανδώρα, «γιατί όσοι έχουν στον Όλυμπο δώματα δώρο της έδωσαν, κακό
για τους ψωμοφάγους ανθρώπους» (Έργα και
Ημέραι, στ. 80-82). Ο Ερμής ανέλαβε να μεταφέρει το δώρο στον Επιμηθέα, αδελφό του
Προμηθέα. Όμως εκείνος αγνόησε τη συμβουλή του αδελφού του, δηλαδή να μη δεχθεί
ποτέ δώρο από τους θεούς, αλλά να το στείλει αμέσως πίσω, και όταν κατάλαβε το σφάλμα
του ήταν πλέον αργά. Η Πανδώρα άνοιξε το πιθάρι, και όλα τα δεινά που γνωρίζουμε
όρμησαν έξω. Και μόνο η Ελπίδα έμεινε μέσα στο πιθάρι, όπως το θέλησε ο νεφεληγερέτης
Δίας.
Ο μύθος φαίνεται ελλιπής ή ασαφής. Διακρίνονται δύο
ενδεχόμενα: με κάποιο τρόπο η ελπίδα κατάφερε τελικά να βγει από το πιθάρι˙ οι άνθρωποι
κατάφεραν να την επινοήσουν μόνοι τους, για την ακρίβεια, να την αισθανθούν. Εν
πάση περιπτώσει, ο υπότιτλος που συνήθως τη συνοδεύει, τη χαρακτηρίζει ως το χείριστο
μεταξύ όλων των δεινών. Μαζί με αυτά αποτελεί το τίμημα της γνώσης. Είναι περιπαικτική,
βασανιστική, ύπουλη. Η ξεροκέφαλη αδελφή της προσμονής και της επιθυμίας. Ένα νοερό
ναρκωτικό που δε ρωτάει ποτέ το χρήστη: το όπιο του ανθρώπου. Αν εξαιρέσουμε κάποιους
κολπίσκους της μνήμης, είναι ο ορισμός του γλυκόπικρου συναισθήματος. Και μερικές
φορές, όσο πιο απίθανο μοιάζει αυτό στο οποίο ελπίζουμε, τόσο πιο έντονα ελπίζουμε.
Γιατί η ελπίδα θέλγεται
από το ανέφικτο, από τις μηδαμινές πιθανότητες, από τα αουτ-σάιντερ. Όταν αφορά τέτοιες περιπτώσεις, είναι μία ψυχική
κατάσταση παρανοϊκή, ευγενής, ανόητη. Πιθανότατα μάταιη, σίγουρα αναγκαία. Γκίλι-γκίλι
σε μουδιασμένη πατούσα.
Πόσες φορές, ξαπλωμένοι και μισοκοιμισμένοι στο κρεβάτι
μας, τινάξαμε το χέρι και ελπίσαμε ότι ανάβοντας το φως και ανοίγοντας την παλάμη,
θα βρίσκαμε μέσα της το λιωμένο απομεινάρι του κουνουπιού που μας βασάνιζε όλο το
βράδυ. Πόσες φορές ελπίσαμε ότι κάτι θα συμβεί στον γελοίο καλλιτεχνίσκο που τραγουδάει
playback, ότι θα κολλήσει το CD ή θα του
πέσει το μικρόφωνο από τα χέρια, ή ότι θα πέσει ο ίδιος από τη σκηνή, και κάποιες
φορές δεν πέσαμε έξω. Πόσες φορές αισθανθήκαμε περήφανοι για το σπουργίτι που ήρθε,
πήρε τη μπουκιά μέσα από το στόμα των περιστεριών και πέταξε μακριά. Πόσες φορές
δεν τέθηκε κανένα δίλημμα ως προς το ποιον να υποστηρίξουμε μεταξύ Δαβίδ και Γολιάθ,
ιθαγενούς και αποικιοκράτη,
ξεβράκωτου και πάνοπλου. Πόσες φορές ελπίσαμε ότι οι εξωγήινοι θα επισκεφτούν τον
πλανήτη μας πριν πεθάνουμε, για να προλάβουμε να τους δούμε, να βρούμε την επιθυμητή
απάντηση στην απορία μας. Πόσες φορές ελπίσαμε, μέσα στη μεταμεσονύκτια μοναξιά
μας, ότι θα χτυπήσει το τηλέφωνο, ότι θα είναι ένα φίλος που θα μας προτείνει να
πάμε για μια μπύρα. Πόσες φορές όταν ήμασταν παιδιά, φτάνοντας στο τέλος ενός τεύχους,
ελπίσαμε ότι οι Ντάλτον, αυτοί οι ντεσπεράντο, θα τη φέρουν έστω και για μια φορά
στο Λούκυ Λουκ. Και διαβάζοντας το βίο και την πολιτεία του, πόσο πολύ ελπίσαμε,
παρόλο που γνωρίζαμε εκ των προτέρων την τελική έκβαση, ότι το νεαρό παπί από τη
Γλασκώβη θα καταφέρει να πιάσει την καλή, και πόσο συγκινηθήκαμε όταν επιτέλους
βρήκε το σβόλο χρυσού, «μεγάλο σαν αυγό χήνας», στο Κλοντάικ. Πόσες φορές ελπίσαμε
ότι το τελευταίο δευτερόλεπτο θα χωρέσει μέσα του μια ολική ανατροπή, πόσες φορές
απαρνηθήκαμε τις αρετές ενός φαβορί για χάρη ενός ανέλπιδου, πόσες φορές μια ολόκληρη
αναμέτρηση συμπυκνώθηκε σε ένα «βάλ’ το αγόρι μου». (Γιατί ποια η πλάκα να επιτυγχάνεις,
αν όλοι αυτό περίμεναν;). Όταν διαβάζαμε ιστορία στο σχολείο, πόσο περισσότερο θαυμάσαμε
την αποτυχία του Λεωνίδα και των τριακοσίων του σε σύγκριση με την επιτυχία του
Αλέξανδρου, απλώς και μόνο επειδή εκείνοι είχαν πιθανότητες που η στατιστική θα
ντρεπόταν να ανακοινώσει, και δεν τους ένοιαζε καθόλου. Πόσες φορές ελπίσαμε ότι
η θρησκεία, η οποία κατά τα άλλα μας κάνει να γελάμε και να αηδιάζουμε, μπορεί να
περιέχει έστω και λίγη αλήθεια σε σχέση με κάποια πολύ συγκεκριμένα θέματα, μόνο
και μόνο για να παρηγορηθούμε στη σκέψη ότι μετά θάνατον θα αποδοθεί δικαιοσύνη,
ώστε να τιμωρηθούν όπως τους αξίζει όλοι αυτοί που έχουν μετατρέψει την ανθρώπινη
πραγματικότητα σε μια φάρσα αδικίας, πόνου και δυστυχίας. Πόσες φορές, εδώ και τόσα
χρόνια, ελπίσαμε ότι η Ελλάδα του αιώνιου σήμερα θα καταφέρει, απέναντι σε ό,τι
μπορεί να θεωρηθεί αντίπαλος, αντίθετα με όλα τα προγνωστικά, τις εκθέσεις και τα
δημοσιεύματα, να ξημερωθεί επιτέλους σε ένα αύριο. Πόσες φορές ελπίσαμε ότι το αγαπημένο
πρόσωπο που μας απέρριψε με όλη τη βεβαιότητα του σύμπαντος θα μπορέσει να ξαναδεί
την αλήθεια, ότι θα ακούσουμε ένα χτύπημα στην πόρτα ενώ δεν περιμένουμε κανέναν,
ότι θα ακουστεί το τηλέφωνο και θα δούμε ένα χαϊδευτικό που είχαμε σχεδόν ξεχάσει,
ότι θα ξυπνήσουμε και θα το δούμε εκεί, δίπλα στο κρεβάτι μας, γιατί έχει ακόμη
τα κλειδιά, να μας παρακολουθεί ενώ κοιμόμαστε, πόσες φορές ελπίσαμε πως αν κάποτε
φτάσει αυτή η στιγμή δε θα αποδειχθεί όνειρο, και ότι τελικά θα γεράσουμε μαζί με
αυτό το πρόσωπο. Πόσες φορές (όλες) μετά από ένα θάνατο ελπίσαμε ότι κάποια στιγμή
θα χτυπήσει το τηλέφωνο, και ένας συγγενής, φίλος ή γνωστός θα μας πει ότι όλα ήταν
ένα ιατρικό λάθος, ένα κακόγουστο αστείο, ότι συνέβη ένα θαύμα χωρίς προηγούμενο,
ότι είναι εδώ δίπλα μου, θέλει να σου μιλήσει. Πόσες φορές ελπίσαμε με όλη μας τη
δύναμη στο ανέφικτο, και πόσες φορές απογοητευτήκαμε. Ωστόσο, μία παρανοϊκή ελπίδα
που γίνεται πραγματικότητα, σβήνει χίλιες που πέθαναν όπως τους άξιζε.
Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Αυτό λέει το ρητό.
Όμως αφήνει ένα υπονοούμενο που μου προκαλεί δυσφορία, και το οποίο δεν μπορούν
να παραβλέψουν ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι: στο τέλος πεθαίνει. Πολύ θα ήθελα να
είμαι σε θέση να ισχυριστώ ότι η ελπίδα δεν πεθαίνει ποτέ, αλλά δεν είμαι. Απλώς
ελπίζω ότι δεν πεθαίνει ποτέ πρώτη. Τον κόσμο μας δεν τον πηγαίνουν μπροστά (μόνο)
οι ρεαλιστές, οι τεχνοκράτες και οι ορθολογιστές, αλλά (κυρίως) αυτοί που ελπίζουν
στο ανέφικτο και προσπαθούν να το επιτύχουν. Μέσα από την ελπίδα του για το ανέφικτο,
ο άνθρωπος δε βρίσκει μόνο παρηγοριά, δύναμη για να συνεχίσει να ζει, έναν φιλόξενο,
ή έστω λιγότερο ακανθώδη, φαντασιακό τόπο πριν καταφέρει να αποκοιμηθεί, ή για να
μην τρελαθεί. Ο άνθρωπος που ελπίζει, δεν ελπίζει μόνο στο αντικείμενο της ελπίδας
του. Κάθε φορά που ελπίζω στο ανέφικτο, η ελπίδα μου δεν είναι μόνο η επιθυμία σχετικά
με ένα διακύβευμα, μία τροπή, ένα αποτέλεσμα: είναι και η έμφυτη ανάγκη μου να βρω
ενδείξεις ή αποδείξεις για το ότι στον κόσμο αυτό υπάρχει – ακόμη – μαγεία. Γιατί
η ιδέα ενός κόσμου χωρίς μαγεία με κάνει να τρελαίνομαι.
(Αναρτήθηκε στο toperiodiko.gr στις 31/7/2015)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






