Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Τέσσερεις θέσεις διαγωνίως




 Βρίσκεσαι στο τραίνο. Είναι ένα υπεραστικό τραίνο. Απέναντί σου κάθεται κάποιος. Δεν ασχολείται με κάτι συγκεκριμένο. Εσύ διαβάζεις ένα βιβλίο. Κάποια στιγμή γελάς. Δεν είναι ένα γέλιο τρανταχτό, δεν έχει καν ήχο, αλλά μοιάζει σαν όλο σου το μέσα να κυλιέται υστερικά στο πάτωμα. Ο συνεπιβάτης σου καταλαβαίνει ότι βιώνεις μια βαθύτατη απόλαυση, ότι περνάς τέλεια μέσα σε μια γενικότερη κατάσταση όπου οι περισσότεροι, όπως και ο ίδιος, βαριούνται αφόρητα, ότι είσαι απορροφημένος στο μικρόκοσμο του βιβλίου σου και εντελώς αποκομμένος από τον υπόλοιπο. Αναρωτιέται τι μπορεί να είναι τόσο αστείο ώστε να λυγίσει το ταξιδιωτικό σου προσωπείο. Σε ζηλεύει.

Με κάποιο τρόπο πιάνεις κουβέντα μαζί του (ιδανικά, σου την πιάνει εκείνος) κατά την οποία του λες ότι η αφορμή του γέλιου σου βρίσκεται εκεί, στη σελίδα Χ, αλλά συμπληρώνεις ότι είσαι σίγουρος πως αν του έδινες να διαβάσει αυτή τη σελίδα, όχι μόνο δε θα έβρισκε αστείο αυτό που σε έκανε να γελάσεις, αλλά δε θα κατάφερνε καν να εντοπίσει το σημείο. Αυτό συμβαίνει, συνεχίζεις, γιατί το αστείο αυτό δεν έχει φορεσιά αστείου και βγάζει νόημα μόνο μέσα στο γενικό πλαίσιο του βιβλίου. Πρέπει να έχεις διαβάσει όλες τις προηγούμενες σελίδες για να βρεις νόημα σε αυτές τις πέντε λέξεις που τελικά προκαλούν το γέλιο. Ίσως καταφέρεις να διεγείρεις το ενδιαφέρον και την περιέργεια του συνεπιβάτη σου, ίσως καταφέρεις, αυτό προσπαθείς τελικά, να τον κάνεις να αγοράσει το βιβλίο και να το διαβάσει μόνο και μόνο για να νοιώσει κι εκείνος τη βαθύτατη απόλαυση που παρατήρησε στο βλέμμα σου όσο διάβαζες απέναντί του τη σελίδα Χ. Αυτό θα είναι πολύ ευχάριστο αν συμβεί, αλλά δε θα το μάθεις ποτέ. Και έτσι, απλώς παρηγορείσαι σκεπτόμενος αυτό το ενδεχόμενο. Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν η αφορμή για το γέλιο σου. Είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις, αυτή είναι η μοναδική απόλαυση που επιφυλάσσει για σένα το ταξίδι: γιατί για μία ακόμη φορά πήρες ένα σοβαρό, βαρύ, βαρετό, για μια ακόμη φορά πήρες μαζί σου το λάθος βιβλίο για ένα μακρύ, κουραστικό ταξίδι. Και εύχεσαι να είχες πάρει το άλλο, που τώρα βρίσκεται άχρηστο στο κομοδίνο σου. Ή να είχες το κόμικ που διαβάζει ο πιτσιρικάς τέσσερεις θέσεις διαγωνίως.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Πρόωροι θάνατοι χαρισματικών ανθρώπων



Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που, όπως λέγεται, είναι μεγαλύτεροι από τη ζωή. Ο Charlie Parker, o Kurt Cobain, o Vincent van Gogh, αρκετοί ακόμα, όχι πολλοί, ο καθένας μπορεί να φανταστεί όποιους αγαπάει. Άνθρωποι ταλαντούχοι, που όρισαν την εποχή τους ή διέπρεψαν στον τομέα τους, ενώ ταυτόχρονα βίωσαν πόνο και δυστυχία, ο καθένας με τον τρόπο του, και τελικά αυτοκαταστράφηκαν, και πάλι, ο καθένας με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Συνηθίζουμε να λέμε για τέτοιους ανθρώπους, τι κρίμα, αν δεν είχε τρελαθεί, αν δεν είχε πέσει στα ναρκωτικά, αν ο πατέρας του, οι συνθήκες, η κοινωνία˙ και ακόμα: αν είχε ζήσει ακόμα είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνια, θα μας είχε χαρίσει τόσα πολλά ακόμη, ποιος ξέρει πόσες επαναστάσεις, πόσους δίσκους, πόσα βιβλία, πόσους πίνακες, ω ναι, βέβαια.

Αυθόρμητες, ανθρώπινες σκέψεις. Επειδή όμως όταν σκεφτόμαστε τέτοιους ανθρώπους, οι οποίοι υπήρξαν για εμάς, ίσως, υπό κάποια έννοια, οι καλύτεροί μας φίλοι, η σκέψη μας καθοδηγείται περισσότερο από το συναίσθημα παρά από τη λογική (το πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο, και αν υπάρχει, μου είναι άγνωστο, αλλά αυτή τη στιγμή μου είναι και αδιάφορο). Έτσι, όντως, ο πειρασμός να αναρωτηθούμε για το τι θα είχαν καταφέρει αν ήταν διαυγείς, αν είχαν προλάβει να θεραπευθούν ή να ξεκόψουν, και τι θαυμαστά πράγματα θα είχαν συνεχίσει να προσφέρουν στην ανθρωπότητα αν δεν είχαν αυτοκαταστραφεί τόσο νωρίς, τίθεται με άγνοια κινδύνου και μοιάζει πολύ λογικός. Στην πραγματικότητα όμως κάνουμε ένα τεράστιο λάθος: βλέπουμε ως ξεχωριστά και αυθύπαρκτα τα προϊόντα της τέχνης τους και αυτά που τους βασάνιζαν, διαχωρίζουμε τον άγγελο από το δαίμονα.

Πιστεύουμε ότι ο Charlie Parker ήταν ιδιοφυΐα ανεξαρτήτως της εξάρτησής του, και πράγματι, σίγουρα ήταν. Όμως όταν ακούμε τις ηχογραφήσεις του, η βελόνα δεν κυλάει μόνο πάνω στο ταλέντο του: ακούμε ταυτόχρονα τους φόβους και τις αδυναμίες, την τρέλα και την ουσία. Όλοι αυτοί οι παράγοντες μαζί έκαναν το μυαλό του να πετάει και τα δάχτυλά του να χορεύουν. Δε γίνεται να διαχωριστούν, γιατί υπήρξαν κομμάτια του εαυτού του: ήταν ο Charlie Parker. Όπως δεν ξέρουμε τι θα συνέβαινε αν δεν πέθαινε τόσο νέος, ομοίως δεν ξέρουμε και τι θα συνέβαινε αν δε δηλητηρίαζε τον οργανισμό του. Καλώς ή κακώς, δεν έχουμε αποδείξεις για καμία από τις δύο υποθέσεις. Έχουμε μόνο τις ηχογραφήσεις, που αποδεικνύουν την αξία αυτού του ανθρώπου. Επιπλέον, κανείς δε μας διαβεβαιώνει ότι αν είχε ζήσει άλλα είκοσι χρόνια θα συνέχιζε να μεγαλουργεί. Και ας μην ξεχνάμε αυτό που μας έλεγαν στο σχολείο: η ιστορία δε γράφεται με αν.

Ας προχωρήσουμε όμως στην ανάλυση του λάθους, ας προσπαθήσουμε να προσφέρουμε μια λύση. Αν (ξέρω ότι αγνοώ την άποψη που μόλις ανέφερα) δεν υπήρχαν οι επί μέρους παράγοντες, η ιδιοφυΐα, η τρέλα, η πρέζα, οι κακουχίες, οι απογοητεύσεις, οι κίνδυνοι, θα μιλούσαμε για εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες, χωρίς αμφιβολία. Ο εκρηκτικός συνδυασμός αυτών των παραγόντων, διαφορετικός για κάθε περίπτωση, ήταν η μοναδική συνάρτηση που θα μπορούσε να οδηγήσει στη σύντομη ζωή που συμπυκνώνει το χρόνο, ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να υπάρξουν. Η ζωή που τους κληρώθηκε. Νομίζουμε, σχεδόν υποκριτικά, ότι η τρέλα και οι καταχρήσεις ευθύνονται μόνο για την καταστροφή. Όμως: λαμβάνοντας την ιδιοφυΐα ως δεδομένη, ο van Gogh δεν πέθανε μόνο επειδή ήταν τρελός: ζωγράφιζε έτσι επειδή ήταν τρελός˙ ο Cobain δεν πέθανε μόνο επειδή «μισούσε τον εαυτό του και ήθελε να πεθάνει» (εντάξει, πιστεύω κι εγώ ότι τον έφαγε η μέγαιρα) ή επειδή ήταν ένας αυτοκαταστροφικός νέος που δεν ξεπέρασε το διαζύγιο των γονιών του: έγινε η φωνή μιας γενιάς επειδή όλα αυτά˙ ο Charlie Parker δεν πέθανε μόνο επειδή ήταν ένας παρανοϊκός αλκοολικός πρεζάκιας: έγινε ο θρύλος της bebop επειδή ήταν ένας παρανοϊκός αλκοολικός πρεζάκιας.

(Στις φράσεις που ακολουθούν τις τρεις τελευταίες άνω-κάτω τελείες, χρησιμοποιώ συνειδητά τη λέξη επειδή αντί για το σχήμα παρόλο που, γιατί ψάχνω για ανθρώπους, όχι για ήρωες.)

Όσο σημαντική για το τελικό αποτέλεσμα ήταν η έμφυτη καλλιτεχνική ικανότητα του καθενός, άλλο τόσο ήταν και η έμφυτη ή επίκτητη ψυχική δυσλειτουργία και η τάση προς την κατάχρηση ουσιών. Γι’ αυτό, ας κάνουμε ένα διάλειμμα από τις κατά τα άλλα πολιτικά ορθότατες θλίψη, συμπόνια, σφοδρή διαφωνία που μπορεί γενικώς να μας προκαλούν, και ας ευχαριστήσουμε, για μία φορά, ειδικώς, την παράνοια, τη δυστυχία, τα ναρκωτικά, για το ότι υπήρξαν αναπόσπαστα μέρη της προσωπικότητας αυτών των ανθρώπων. Μπορεί οι χι μείον ένα να βασανίζονται, να καταστρέφονται ή να πεθαίνουν εξαιτίας αυτών χωρίς να πραγματοποιούν τίποτα το αξιοθαύμαστο, αλλά υπάρχει αυτός ο ένας που ανυψώνεται σε εκείνο που κάποιοι αποκαλούν θεϊκό. Και ναι, είναι ανθρώπινο να πενθούμε τον άνθρωπο, αλλά είναι ύβρις, απληστία, εγωισμός, να λυπούμαστε για τα επιπλέον που θα μπορούσαν να μας έχουν δοθεί. Αρκεί να νοιώθουμε ευγνώμονες για όσα μας δόθηκαν.

Όλοι αυτοί οι ενήλικες που δεν κατάφεραν να μάθουν πώς να μην είναι παιδιά, που συνοδεύουν και σημαδεύουν τις στιγμές της ζωής μας, που προκαλούν ανάταση στην ψυχή και δάκρυα στα μάτια μας, είναι οι ιχνηλάτες και αγγελιοφόροι που χαρτογραφούν τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης για να φέρουν πίσω το μαγικό φως της δημιουργίας, είναι ο Οδυσσέας που κατεβαίνει στον Άδη για να πάρει ένα χρησμό, ο Ενκιντού που επιστρέφει στο νεκροκρέβατο από έναν ονειρικό κάτω κόσμο για να περιγράψει στον Γκιλγκαμές πώς είναι να πεθαίνεις, και άρα να του μάθει πώς είναι να ζεις.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Το βιβλίο και το σύμπαν





Μπορούμε να πούμε ότι κάποια βιβλία είναι τόσο καλά δομημένα, που η κάθε λέξη φαίνεται να περικλείει μέσα της την ουσία του συνόλου. (Αυτό φυσικά είναι υπερβολή, γιατί αρκεί να βγάλεις μια λέξη από το πλαίσιό της, ή να μην έχεις διαβάσει ακόμη όλο το βιβλίο – και άρα να μην έχεις συνολική γνώση του συνόλου – για να χάσει το ειδικό της νόημα και να γίνει ξανά η παλιά, συνηθισμένη λέξη. Ή απλώς να ξεχάσεις ότι υπήρξε). Το βιβλίο είναι, ή έτσι μας φαίνεται, ή έτσι μου αρέσει να το βλέπω σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ένα κλειστό σύστημα του οποίου όλα τα μέρη συνδέονται άμεσα ή έμμεσα, επικοινωνούν και συνυπάρχουν αρμονικά ή με τρόπο εκρηκτικό. Το βιβλίο είναι ένα σύμπαν. Δεν είναι μικρό ούτε και μεγάλο, γιατί (στην πραγματικότητα) τα σύμπαντα δεν έχουν μέγεθος.

Στο σύμπαν υπάρχουν πράγματα που ορίζουν όχι μόνο τον εαυτό τους αλλά και τη γενικότερη υφή του συστήματος. Το ένα περιέχει το όλο και αντικατοπτρίζεται πάνω του. Έχει ένα ρόλο, αλλά δεν είναι κάτι που μπορεί να αξιολογηθεί ή να συγκριθεί, γιατί κανείς δεν έχει συνολική και απόλυτη εποπτεία ώστε να ξέρει πώς συνδέονται όλα τα μέρη μεταξύ τους. Σε μικρότερη κλίμακα, σε ένα βιβλίο (όπου η συνολική όχι, αλλά η απόλυτη είναι αδύνατη ακόμη και για το δημιουργό του) μπορεί να μην περιέχεται μια πρόταση, όπως ουσιαστικά δεν περιέχονται σχεδόν όλες οι πιθανές προτάσεις (οι περιεχόμενες αποτελούν πολύ μικρό δείγμα), αλλά αυτό δεν είναι αναγκαστικά έλλειψη, γιατί και στον υλικό κόσμο που κατοικούμε, μας δίνονται μερικά στοιχεία, κι εμείς συμπληρώνουμε τα κενά. Ζούμε στις παρυφές της άγνοιας, με λίγες μόνο, και συνήθως προσωρινές, εκλάμψεις βεβαιότητας. Και κάποια βιβλία καταφέρνουν ακριβώς αυτό: να δίνουν την ψευδαίσθηση ότι είναι τόσο πλήρη και καλά κουρδισμένα, ασαφή και πολύσημα όσο και το σύμπαν που τα περιέχει.

Η πεπερασμένη (όπως πιστεύεται) φύση του σύμπαντός μας, ή έστω, το άπειρο (όπως πιστεύεται) μέγεθός του, μας δίνει την άδεια να κάνουμε ακραίες υποθέσεις. Σκεφτόμαστε ότι στο αχανές σύμπαν, λογικά ή υποθετικά, θα περιλαμβάνονται όλες οι υποθέσεις, όπως ότι υπάρχει ένας πλανήτης όπου στα κλαδιά των δέντρων αντί για φύλλα φυτρώνουν πολυκατοικίες. Και σε έναν άλλο κλειδιά του σολ. Και σε έναν άλλο οι άνθρωποι. Σε έναν άλλο υπάρχουν πλάσματα που φαντάζονται έναν πλανήτη σαν τον δικό μας όταν υποθέτουν ότι στο άπειρο σύμπαν τους πρέπει κάπου να υπάρχει ένας πλανήτης στα δέντρα του οποίου φυτρώνουν φύλλα, άνθη και καρποί. Ή ότι υπάρχουν πλάσματα εκεί έξω. Όμως το σύμπαν μας, που μπορεί τελικά να μην περιέχει δέντρα και πολυκατοικίες, περιέχει σίγουρα κάποιον που τα φαντάζεται, λόγω άγνοιας ή αεργίας. Και αυτός ο κάποιος μπορεί ακόμη να υποθέσει ότι υπάρχει κάποιος άλλος, πολύ μακριά, που φαντάζεται ότι κάπου στο σύμπαν, πολύ κοντά, υπάρχει κάποιος που κάνει όλες ή κάποιες από αυτές τις υποθέσεις. Η φύση σιχαίνεται τη σπατάλη. Ίσως αυτός είναι ο τρόπος της να δημιουργήσει τα πράγματα που θα ήταν σπατάλη να δημιουργήσει: η φαντασία.

Σε αντίθεση με ένα κέλυφος, που περιέχει τη ζωή χωρίς να είναι ζωή, το σύμπαν περιέχει τη νοημοσύνη χωρίς να έχει νοημοσύνη. Όμως δεν είναι ένα απλό δοχείο. Είναι κέλυφος και περιεχόμενο, είναι το μέρος και το όλο. Και άρα, αφού περιέχει νοημοσύνη, όχι μόνο την περιέχει: είναι νοημοσύνη. Το βιβλίο περιέχει τα φαινόμενα που χρειάζεται ο αναγνώστης για να φανταστεί και να υποθέσει τις λεπτομέρειες αυτού του εξ ορισμού παραμορφωμένου κόσμου. Όμως ακόμη κι αν κάτι δε λέγεται, τα λεγόμενα είναι ικανά να γεννήσουν φαντασιακή αφήγηση εκτός της τυπωμένης. Γιατί ενώ ο συγγραφέας περιγράφει εκατό χρόνια στο Μακόντο, μία μέρα στο Δουβλίνο ή μια στιγμή στο Παρίσι, με πολλές ή λίγες λεπτομέρειες, ο αναγνώστης μπορεί, στην πραγματικότητα είναι μοιραίο, να φανταστεί και πράγματα που δεν τυπώθηκαν ή που δεν εννοήθηκαν ποτέ. Τα τυπωμένα σημάδια της σελίδας ορίζονται από το συγγραφέα, αλλά το λευκό της σελίδας αντανακλά τα χρώματα της φαντασίας του αναγνώστη. Αυτές οι απατηλές εικόνες είναι εξίσου παράλογες ή ορφανές απάντησης με τα δέντρα που γεννούν παράδοξα πράγματα. Όμως το σημαντικό είναι ότι υπάρχει κάποιος που τα φαντάζεται.

Ίσως λοιπόν ο συγγραφέας, που μέσα στο πλαίσιο του βιβλίου ή του κειμένου του είναι νοημοσύνη χωρίς να έχει νοημοσύνη – δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, αλλά πρέπει να ισχύει – τη στιγμή που δημιουργεί τον αναγνώστη, που λογικά έχει νοημοσύνη χωρίς να είναι νοημοσύνη, επιδιώκει, χωρίς να είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα, ακριβώς αυτό: ότι κάποια από τα πράγματα που θεώρησε άσκοπο να υλοποιήσει ή να ενσωματώσει ο ίδιος, βρήκαν ένα τρόπο να πραγματωθούν. Έστω και σε ένα ξένο μυαλό, έστω κι αν δεν το μάθει ποτέ. Κάπως έτσι τελειώνει αυτό το κείμενο, αν και κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι κατά τη διάρκειά της, πριν και μετά την ανάγνωση, αυτό το κείμενο, όλα τα κείμενα, ναι, όλα, οδηγούνται αργά από ένα big bang σε ένα big crunch, από τον τίτλο ως την τελευταία τελεία, και πάλι πίσω, για πάντα. Κάποιος μάλιστα μπορεί να διαβάσει αυτό το κείμενο ξανά, ανάποδα και κανονικά, για να βρει κάποιο κρυφό νόημα, αλλά αυτό το κείμενο δεν περιέχει κάτι τέτοιο, τουλάχιστον όχι στη δική μου φαντασία, γιατί όλα τα νοήματα είναι επινοήσεις.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Postcards from Poland



 
[Στίχοι του κομματιού Postcards from Poland των Po(-)]
{διαθέσιμο για ακρόαση στο soundcloud.com/poband}

Saigon is bygone
and Kathmandu is more than a man can do
so I said god damn
and I flew to Amsterdam
switching the channels
channel to channel
Rode a bus to Basel
where I met with a dyke and a clown
going by bike to Klondike
So, we went to Brussels, tried to sell her a bra
we had oysters and fries from France, yeah
Now, northern lights are blinding
Sweden thought was Eden
but the telephone’s ringing
Hold on
it’s London

-/-/-/-/-/-/-/-/-

I paid a visit to Utopia
I saw the Yeti smoking opium
In the rustic cornucopia
Fucking on the photocopier

I met oblivion in Bolivia
And an amphibian from Namibia
Not a person found in Persia
Or a hamster humping in New Hampshire

I saw Arizona in the horizon
And Maradona winning in Marathon
Got confused over what’s an Indian
But I’m standing on his blood meridian

I paid a visit to Utopia
I saw the Yeti smoking opium
In the rustic cornucopia
Fucking on the photocopier

-/-/-/-/-/-/-/-/-/-/-/-

Bygones are bygones
She rang the bell so fast that it came like sleep
so the screen went alive
and I knew I was home again
switching the channels
channel to channel
Received my pseudonym with special degrees
and by the pier of Po I was laughing to tears
just wondering what will happen to Manhattan
when the level of the sea rises
Now, nevermind the islands
I’m back again at no thanks
in this handful of nothings
Guess what:
It’s Athens

(103.762)