Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Το τελευταίο σήμερα (2017)


Ο Πρώτος Βασιλιάς δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ο ήλιος ήταν αυτός που έκανε τις σελίδες του ημερολογίου να γυρίζουν, γι’ αυτό και αποφάσισε να τον αντικαταστήσει. Τώρα ο ήλιος είναι ξανά ψηλά κι εμείς στεκόμαστε εδώ κάτω και ιδρώνουμε. Είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Διανύουμε το αόριστο σήμερα. Βρισκόμαστε στις 14 Ιουλίου 2014, στο πέμπτο έτος ημεροποιίας του Έκτου Ημεροποιού. Σήμερα θα μπορούσε να είναι μία άλλη μέρα.

Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017

Μπο ή Η τελευταία μέρα στη Γαύδο

(Αυτή η υποφωτισμένη φωτογραφία τραβήχτηκε το 2011 από το σημείο όπου παραδέχτηκα την ήττα μου.)


Υπό διαφορετικές συνθήκες, αυτό το κείμενο θα ονομαζόταν «Μπο – μέρος δεύτερο». Όμως, για διάφορους λόγους, το πρώτο μέρος κρίνεται ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση. Κυρίως επειδή είναι ένα παραλήρημα δέκα σελίδων. Τα μόνα που χρειάζεται να ξέρει ο αναγνώστης πριν διαβάσει το δεύτερο μέρος είναι τα εξής: το 2011, την τελευταία – μέχρι φέτος – φορά που πήγα στη Γαύδο, προσπάθησα να πάω στο Μπο από τον Πύργο. Με την προνοητικότητα που διαχρονικά με χαρακτηρίζει, ξεκίνησα καταμεσήμερο, με 700ml νερό, φορώντας παντόφλες, χωρίς να ξέρω αν υπήρχε μονοπάτι και πώς θα το έβρισκα. Ήξερα μόνο ότι το Μπο είναι η πρώτη παραλία δυτικά του Ποταμού. Τουλάχιστον φορούσα καπέλο. Όπως είναι φυσικό, δεν κατάφερα να φτάσω στο Μπο. Έφτασα να το δω από μακριά, αλλά δεν έφτασα εκεί. Είδα ότι ήταν μια βραχώδης παραλία, γι’ αυτό αποφάσισα να φυλάξω τις λιγοστές μου δυνάμεις για το δρόμο της επιστροφής. Το νησί με λύγισε: δεν ήταν πλέον το φιλόξενο θεματικό πάρκο όπου όλα είναι εύκολα. Μου έδειξε πόσο μικρός, ευάλωτος και ασήμαντος είμαι. Όταν επέστρεψα στον Πύργο ήμουν χλομός, αφυδατωμένος και εξαντλημένος. Και το Μπο μετατράπηκε σε απωθημένο, άχτι, ερωτηματικό. Μέχρι φέτος.

Υπάρχουν μέρη που προκαλούν την αδιαφορία, και άλλα που καταφέρνουν το ακριβώς αντίθετο. Όσον αφορά τα δεύτερα, η πιο συνήθης αντίδραση περιλαμβάνει, τις περισσότερες φορές, μια φωτογραφική μηχανή. Για εμάς όμως που δεν έχουμε φωτογραφική μηχανή (αλλά μόνο ένα κινητό δεκαετίας που δε βγάζει και πολύ καλές φωτογραφίες), και που επιπλέον προτιμούμε να κοιτάζουμε τους παρελθόντες τόπους μέσα από τα μυωπικά γυαλιά της μνήμης, για εμάς λοιπόν, το πιο κατάλληλο μέσο καταγραφής είναι το χαρτί. Και όταν συναντάμε ένα τέτοιο μέρος (που προκαλεί το αντίθετο της αδιαφορίας), παρόλο που νοιώθουμε μια ακατανίκητη ανάγκη να το περιγράψουμε, ταυτόχρονα καταλαβαίνουμε και τη ματαιότητα του εγχειρήματος. Γιατί ποιες λέξεις μπορούν να αντικαταστήσουν επάξια τα συναισθήματα και τις σκέψεις που προκαλεί ένας τόπος; Καμία. Καμίες. Δεν ξέρω. Ξέρω, ίσως: αυτές που έγιναν εκεί. Αυτή η καταγραφή λοιπόν δεν αφορά το Μπο, τουλάχιστον όχι ολοκληρωτικά, αλλά εμένα στο Μπο.

Έχοντας κάνει μια αποτυχημένη απόπειρα να πάω στο Μπο το 2011, αυτό το μέρος είχε μετατραπεί σε απωθημένο. Και παρόλο που πριν φύγω από την Αθήνα (3/8/17) έλεγα ότι αυτές οι τηλεγραφικά αποφασισμένες και κανονισμένες διακοπές θα ήταν κάτι σαν προσκύνημα στους τόπους που αγάπησα περισσότερο στη Γαύδο (Άι-Γιάννης, Πύργος και Σταυρόλιμνη, το πευκοδάσος του Λαβρακά, Τρυπητή, εκτός από τον Ποταμό, όπου θα έμενα/έμεινα), έφτασε η τελευταία ολόκληρη μέρα των διακοπών και ουσιαστικά δεν το είχα κουνήσει από την παραλία, παρά μόνο μία φορά που πήγα στον Άι-Γιάννη για προμήθειες και μετά για φαγητό στην Ευτυχία. Καταραμένα σανδάλια. Όσο φανταζόμουν τις διακοπές και χρησιμοποιούσα νοερά τη λέξη προσκύνημα, μου άρεσε που ήταν η ίδια λέξη που είχε χαρακτηρίσει την περσινή μου δεκαπενταυγουστιάτικη περιοδεία στις γειτονιές της Αθήνας (βλ. κείμενο «Odoi tis Athinas») – τελικά, ξημερώματα 15ης Αυγούστου ήμουν στον Πειραιά, και αυτή τη στιγμή που γράφω, κυριολεκτώ, ακούω τις καμπάνες των 8:13. Και σαφώς αυτό το προσκύνημα (των διακοπών) θα ήταν πολύ καλύτερο από το προσκύνημα που είχα αποφασίσει πριν από λίγο καιρό για τη συγκεκριμένη φετινή μέρα: να δω Το Τανγκό του Σατανά, του Μπέλα Ταρ (βιβλίο Κρασναχορκάι), ταινία εφτάμιση ώρες. Δεν ήξερα τότε ότι τελικά θα πήγαινα διακοπές. Ήθελα να φτάσω στον πάτο αλλά, ευτυχώς, δεν τα κατάφερα.

Την προτελευταία μέρα των διακοπών ήξερα ότι η επομένη ήταν η τελευταία μου ευκαιρία να πάω στο Σαρακίνικο για να αγοράσω κάτι που φοριέται στα πόδια – τα σανδάλια μου καταστράφηκαν με το που έφτασα στον Ποταμό. Το βράδυ άρχισε να σηκώνει αέρα και κύματα. Αντί να κοιμηθώ κάτω από το λιόπανο στην ακροθαλασσιά, την έπεσα δίπλα στο φούρνο. Και κάποιοι άλλοι κοιμούνταν παραπέρα, ίσως η Αλεξία και ο Ιάσονας. Δε νομίζω ότι η λέξη ύπνος περιγράφει επαρκώς αυτό που συνέβη, ούτε και ότι συνέβη. Θυμάμαι συνεχώς να συμμαζεύω το σεντόνι και την κουκούλα μου. Εν πάση περιπτώσει, έπεσα για ύπνο έχοντας αποφασίσει ότι θα σηκωνόμουν στις εφτάμιση (νάτο πάλι αυτό το εφτάμιση) για να πάω στο Σαρακίνικο και να γυρίσω με τα πόδια – και να κάνω έτσι και μια βόλτα από μερικούς προσημειωμένους προσκυνηματικούς τόπους. Σηκώθηκα ένα τέταρτο πριν το ξυπνητήρι. Επικρατούσε ήδη πανικός. Οι περισσότεροι είχαν ξυπνήσει και μάζευαν ό,τι μπορούσαν για να μην το πάρει ο αέρας. Κάπου εκεί έμαθα, κατάλαβα ή θυμήθηκα ότι ο Ιάσονας και η Ελεωνόρα θα πήγαιναν με το Κανγκού στο λιμάνι και για κάποιο μεσημεριανό φαΐ στον Άι-Γιάννη. Ανεβήκαμε μαζί στην Άμπελο, πήραμε το αυτοκίνητο, φάγαμε πρωινό στη Στέλλα, με άφησαν στο Σαρακίνικο και πήγαν στο Καραβέ για να συνεννοηθούν για το αυτοκίνητο – κατέληξαν να πίνουν μπύρες. Εγώ μέσα σε εφτά λεπτά είχα τελειώσει: είχα βρει υπόδημα στο νούμερό μου (στο ταξίδι της επιστροφής, στη Χώρα Σφακίων, περιμένοντας το λεωφορείο, συνειδητοποίησα ότι αυτό το παπούτσι με κάνει να αισθάνομαι Κύπριος), το είχα δοκιμάσει και πληρώσει. Δεν κατάλαβα γιατί με άφησαν και δεν περίμεναν. Δεν πειράζει. Πήγα και περίμενα στη στάση του λεωφορείου. Τραγούδησα, σφύριξα, αποφλοίωσα δύο ξύλα, το ένα μέχρι το τέλος. Μετά πήγαμε στον Άι-Γιάννη, κάτω ταβέρνα, μεσημεριανή μπριζόλα, μια χαρά. Ένας χίππης κρυμμένος κάπου ανάμεσα στα πίσω τραπέζια νόμιζε ότι έπαιζε φλογέρα (και νομίζω ότι το πίστευε ακόμη περισσότερο την ώρα που άρχισε να παίζει πολύ γρήγορα, μάλλον γιατί νόμιζε πως άμα έπαιζε γρήγορα δε θα καταλαβαίναμε ότι δεν ξέρει να παίζει), δοκιμάζοντας την τύχη του και τα νεύρα μας με το αρχιμηνιά αρχιχρονιά και ένα άλλο τραγούδι που έχω ξεχάσει εδώ και πολλές ώρες. Υπήρξε μία πνευστή έξαρση την ώρα που μας έφεραν τα φαγητά. Κρεατάκι. Δεν πεινούσα και πολύ. Βασικά δεν πεινούσα. Αλλά έφαγα σαν καμήλα. Κάποια στιγμή ο Ιάσονας δεν άντεξε, πάω να του την πω, είπε και σηκώθηκε. Επέστρεψε αμέσως μετά τη σιωπή. Τον ρωτήσαμε τι του είπε. Μας είπε: του είπα: μπορούμε να φάμε σαν άνθρωποι; Καταπληκτικό, δε θα το σκεφτόμουν ποτέ. Μετά έλεγαν να πάνε Σαρακίνικο για διάβασμα και υπνάκο σε αιώρα, εγώ όμως είχα φανταστεί πολύ διαφορετικά τη μέρα μου και δεν είχα μαζί κανένα ανάγνωσμα. Και φυσικά δεν ήθελα να πάρω κανέναν υπνάκο. Τελευταία μέρα στη Γαύδο. Τελικά με πετάξανε με το αυτοκίνητο μέχρι την Άμπελο και πήγαν πάλι πίσω.

Άρχισα να κατηφορίζω το μονοπάτι προς Ποταμό δοκιμάζοντας τα καινούργια παπούτσια, που ήταν αρκετά βολικά αλλά και πολύ λεπτά για ορισμένα κοτρόνια, χωρίς να ξέρω ακόμη για την ημιαλλαγή της εθνικότητάς μου, ξέροντας ωστόσο, ίσως και από την αρχή της κατάβασης, ότι στη διασταύρωση, που με είχε ερεθίσει όσες φορές τη διέσχισα, θα πήγαινα προς Μπο. Μόνος, είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω με περισσότερη άνεση τις διαφορές στο τοπίο, να εντοπίσω τις αστοχίες της μνήμης, να προσπαθήσω να καταλάβω την πορεία που είχα ακολουθήσει τότε, στην αποτυχημένη μου απόπειρα, σε σχέση με τα μονοπάτια που φτιάχτηκαν έκτοτε. Τότε, στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής, είχα κατηφορίσει για λίγο αυτό που θα λέγαμε κοίτη της πλαγιάς, ή τέλος πάντων στη φυσική συνέχεια του υποτυπώδους φαραγγιού πίσω από την παραλία. Άρχισα να κατεβαίνω το μονοπάτι. Κάτι που πρόσεξα, είναι ότι δεν υπήρχε η στρατιωτική στήλη στην κορυφή του δυτικού μπράτσου του Ποταμού. Όσο έφτανα κάτω άρχισα να σκέφτομαι όλο και περισσότερο με επιφωνήματα, τα οποία σιγά σιγά άρχισα να αρθρώνω. Βράχια κεντητά στα τελευταία μέτρα πριν την παραλία. Δεξιά μου ένα τεράστιο κομμάτι βράχου που είχε καταρρεύσει μέσα στη θάλασσα, πιο πέρα άλλα δύο, πιο μικρά, μία σπηλιά της οποίας το ρυθμό δημιουργίας θα ήθελα να μπορώ να παρακολουθήσω, μία στενή εσοχή στο βράχο. Μέρα με πολύ αέρα η τελευταία, και τα κύματα σκάνε και αφρίζουν μέσα στα ρήγματα που έχουν προκαλέσει στην πέτρα. Διάφοροι κέδροι διάσπαρτοι: συρρικνωμένοι, τσακισμένοι, γηραλέοι. Είναι αυτοί που έφτασαν στον τερματισμό. Τώρα, όπως και σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, νοιώθω ότι η φυσική πορεία για πολλούς από τους κέδρους της Γαύδου είναι να γεννηθούν και να αρχίσουν να πλέκονται κάπου ψηλά, και πολύ αργά να κατηφορίσουν το λόφο μέχρι να τους γκρεμίσει η θάλασσα ή να τους πνίξει η πέτρα. Η επιστημονική του ονομασία είναι juniperus-κάτι, ίσως κάτι επαναληπτικό σαν juniperus-juniperalis (βλ. naya-naya), αλλά εγώ έχω να προτείνω ένα παρανόμι: κέδρος ο καταβατικός. Εν πάση περιπτώσει: με κάτι τέτοιες παρατηρήσεις είναι που ο μηχανισμός απογυμνώνεται και καταλαβαίνεις πόσο σύντομος είσαι.

Βγαίνω σε αυτό που θα ήταν η αμμουδιά. Στέκομαι πάνω σε έναν μεγάλο, λείο μονόλιθο. Δεν ξέρω πόσο μεγάλος είναι. Μοιάζει σαν να τον τοποθέτησε κάποιος εκεί. Όχι όμως Κάποιος. Δίνω περισσότερες πιθανότητες στο Σλάρτιμπαρτφαστ. Έχοντας αποφασίσει ασυνείδητα τη σειρά με την οποία θα εξερευνήσω την παραλία, πηγαίνω προς τα πίσω, προς την κοιλιά, συνειδητοποιώ ότι έχει «αρχίσει να σχηματίζεται» ένα φαράγγι. Υπάρχουν παντού πέτρες, όλων των μεγεθών και για (σχεδόν) όλα τα γούστα, σε παράξενες θέσεις, και σκέφτομαι την έκφραση πέτρες ατάκτως ερριμμένες. Πόσο σωστή είναι. Όμως μετά από λίγο συμβαίνουν μικροδιαφωνίες και εκλεπτύνσεις. Δε θέλω να εστιάσω στο «ερριμμένες», το οποίο είναι ακριβές. Για να ριφθεί κάτι απαιτείται ένας ρίπτης. Υπάρχουν σίγουρα δύο προφανείς δράστες. Περισσότερο θέλω να εστιάσω στη λέξη ατάκτως, η οποία, τουλάχιστον σε αυτή την περίπτωση, είναι εντελώς άστοχη. Κάθε πέτρα βρίσκεται εκεί που βρίσκεται για κάποιο λόγο, κάτι την έφερε εκεί, αν υπήρχε μία κάμερα θα το βλέπαμε να συμβαίνει και θα καταλαβαίναμε ότι τίποτα δεν έγινε τσαπατσούλικα, άρπα-κόλλα ή ατάκτως, αντιθέτως, όλα συνέβησαν με πλήρη τάξη και συνέπεια, με την υπομονή που χαρακτηρίζει την άλογη ύλη. Τι πιο τακτικό από αυτό που συμβαίνει; Αν πρόδιδα αυτές τις πέτρες και τις αποκαλούσα «ατάκτως» ερριμμένες, τότε τι θα έπρεπε να πω για την άμμο; Τέλος, σε αυτό το πλαίσιο δεν έχω να σημειώσω κάτι για τη λέξη πέτρες.

Στέκομαι στη σκιά ενός κέδρου και τις χαζεύω. Βλέπω μία άσπρη, όσο μια χούφτα, από τη μια μεριά είναι σκαμμένη με σήραγγες και μικρές γιρλάντες, δίπλα της είναι μία ίδια, αποδεικνύεται ότι κάποτε ήταν μία. Αυτές οι πέτρες θα έρθουν μαζί μου. Τώρα λοιπόν (το «τώρα λοιπόν» διαγράφεται και στη θέση του μπαίνει: σε λίγο, το βράδυ, αύριο, όταν αποφασίσω να ξεπακετάρω) που έχω φτάσει σπίτι και γράφω (10:03), και έχω τις πέτρες μέσα στο σακίδιο, μπορούμε να συζητήσουμε υπό άλλους όρους το θέμα της έκφρασης που τόσο μας απασχόλησε. Γιατί όσο κι αν αργήσω να ξεπακετάρω, μια μέρα θα το κάνω, και τότε αυτές οι πέτρες θα είναι και ερριμμένες και ατάκτως. Δηλαδή όχι ότι θα πετάω τις πέτρες μέσα στο σπίτι, αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι κάποιες φροντίδες τις απολαμβάνουν οι πέτρες μου. Τις πηγαίνω από το τραπέζι του υπολογιστή στο τραπέζι της σκόνης και από εκεί στο κομοδίνο των βιβλίων για να έχουν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Σε δύο, μάλιστα, έχω εφεύρει και χρησιμότητα. Ο αέρας χτυπάει την πόρτα του μπάνιου και την πόρτα του μπαλκονιού αλλά εμείς αντιστεκόμαστε. Τις κάνει να νοιώθουν σαν να είναι πάλι έξω, στο φυσικό τους περιβάλλον. Έχω μερικές που πρέπει να τις βρέχω μια φορά το χρόνο για να μην ξεραθούν. Επιπλέον, όλες μου οι πέτρες έχουν μία δυνητική χρησιμότητα, αυτό το ξέρουν και οι ίδιες. Όπου κι αν κάθομαι μέσα στο σπίτι, (ίσως εκτός από τη λεκάνη της τουαλέττας, και αυτό πρέπει να το ρυθμίσω), υπάρχει κοντά μου μια πέτρα που θα χρησιμεύσει ως όπλο σε περίπτωση που κάποιος μπουκάρει στο σπίτι μου.

Εκτός από τα δύο λευκά αποσπάσματα βρήκα και άλλες δύο πέτρες που μου τράβηξαν την προσοχή. Ίσως αν δε μου είχαν τραβήξει την προσοχή να μην τις είχα βρει. Είχαν στην πάνω πλευρά τους υπολείμματα κοραλλιών και μύριζαν, και οι δύο, ακριβώς όπως και μία που υπήρχε, και προφανώς υπάρχει, (και τώρα κάνει παρέα με τη μικρή από τις δύο κοραλλιούχες μου, την οποία άφησα) στον Ποταμό: σε ένα μόνο σημείο της πέτρας υπήρχε μια μυρωδιά που έφερνε στο μυαλό κάτι καθαρό, δροσερό, σχεδόν χημικό. Δεν έχω διαλευκάνει ακόμη αυτό το μυστήριο. Και κάποια μέρα, αν το θυμηθώ, θα πω: ακόμη δε διαλεύκανα εκείνο το μυστήριο. Νομίζω ότι θα ήταν δόκιμο να τις αποκαλέσω απολιθώματα.

Υπολόγιζα ότι θα πήγαινα στο όριο της θάλασσας, αλλά αντ’ αυτού συνέχισα και έφτασα στην απέναντι πλευρά του κόλπου. Στο μυαλό μου είχα πει, χωρίς να έχω λόγο και φυσικά χωρίς να ξέρω ότι αν ήξερα θα είχα λόγο, ότι αυτή η βόλτα θα ήταν σύντομη, όμως το τοπίο με καλούσε να το εξερευνήσω, να δω τι υπάρχει πίσω από το ύψωμα και τι κρύβεται πίσω από εκείνη την πέτρα. Στην αριστερή πλευρά όπως κοιτάω τη θάλασσα υπάρχει μία χαραμάδα στο βράχο μέχρι χαμηλά, τα κύματα γλύφουν ή γλείφουν, σε αυτή τη συγκυρία δεν έχει διαφορά, πιο μπροστά υπάρχει άλλος ένας μικροσπηλαιώδης σχηματισμός. Ενστικτωδώς πήγα να γράψω «έκανα ησυχία και άκουσα τα κύματα». Και με αυτή την αφορμή, μια σημείωση: όταν βρίσκεσαι σε τέτοιου είδους μέρη είσαι σχεδόν αθόρυβος. Η ικανότητά σου να κάνεις φασαρία μειώνεται – και άλλοτε εκμηδενίζεται. Ο ήχος των βημάτων φιμώνεται, τα κύματα καλύπτουν τη φωνή, τα τζιτζίκια κρατάνε το ίσο και ο άνεμος παίρνει μακριά τα σίγμα τα ξι και τα πι, απορροφά τα ρο και τα λάμδα και ταπώνει τα πι και τα ταυ και τα κάππα, η φωνή είναι λεία, απόμακρη, σαν φάντασμα ή σαν αποκύημα της φαντασίας – κατά κάποιο τρόπο το ίδιο δεν είναι;

Υπήρχε ένα απότομο σημείο που με έκανε να σταματήσω και να κοιτάξω γύρω μου. Από τη μία, κοιτούσα γύρω μου σαν χαζός και έβγαζα επιφωνήματα, από την άλλη, ταυτόχρονα και κυρίως, προσπαθούσα να αποφασίσω αν θα συνέχιζα και πέρα από το απότομο σημείο. Σκεφτόμουν ότι στο τέλος της εξόρμησης θα υπήρχε αναγκαστικά ένα σημείο που θα ονομαζόταν «το απώτερο σημείο που πήγα». Και ο πειρασμός να το στείλω μακρύτερα ήταν μεγάλος. Άλλο ένα βήμα στο τώρα, άλλα δύο στην ανάμνηση. Κάπως έτσι πρέπει να χάθηκαν όλοι αυτοί. Δοκίμαζαν τις αντοχές τους κινούμενοι από την απορία τι υπήρχε πίσω από εκεί, χάνονταν στα δάση, περπατούσαν στην έρημο ερωτευμένοι με τους αμμόλοφους. Οι εξερευνητές και οι ιχνηλάτες, οι ερημίτες, οι στηλίτες και οι προφήτες. Στη βόρεια πλευρά του υψώματος που βρίσκεται ανάμεσα στον Ποταμό και το Μπο, ή στην πλευρά που μοιάζει κεντρική, υπάρχει μια μεγάλη εσοχή που μισοκρύβεται από την πιο κοντινή πλαγιά, και στο ψηλότερο σημείο της η εσοχή είναι σπασμένη κατά τέτοιο τρόπο που δημιουργείται ένα σκίαστρο ή ένα ανάποδο μπαλκόνι (χωρίς κάγκελο). Αυτή η εικόνα είναι που με βγάζει από το δίλημμά μου. Θα ακολουθήσω τους εξερευνητές και τους ερημίτες. Αναρωτιέμαι τι κρύβει στα χαμηλά, ίσως κάποια μεγαλύτερη σπηλιά; Ξέρω ότι και να πάω μέχρι πιο πέρα δε θα καταφέρω να δω προς τα μέσα, στην καλύτερη περίπτωση θα δω μόνο την πρόσοψη. Ωστόσο, πιθανολογώ ότι το σημείο που έχω θέσει με τα μάτια ως επόμενο διλημματικό σταθμό μπορεί να με βάλει σε πειρασμό να ανέβω το δυτικό ύψωμα μήπως βρω την πισίνα που έλεγε ο Στέφανος. Στην κατάβαση συμπεραίνω ότι τα παπούτσια έχουν πολύ καλό κράτημα. Στον επόμενο σταθμό αξιολογώ τις αλλαγές στη θέα μου, δηλαδή ότι το πιο χαμηλό κομμάτι δεν είναι αντάξιο του σκίαστρου, χαζεύω την παραλία, τους καταβατικούς (επ’ ευκαιρία: ή καταβάτες), και μόνο τώρα που γράφω συνειδητοποιώ ότι δεν κοίταξα ούτε μία φορά τη Γαυδοπούλα. Αυτό μπορεί να είναι ψέμα – και δε βγάζω τον εαυτό μου από τον κατάλογο των θυμάτων – αλλά ακόμα κι έτσι υπογραμμίζει το πόσο είχα απορροφηθεί από το τοπίο. Σαν γιο-γιο κάποιος με τίναξε από την κορυφή του μονοπατιού και ο σπάγγος έφτασε μέχρι εδώ. Λέω στον εαυτό μου σοβαρέψου, και τυλίγομαι προς τα πίσω.

Όταν τρώω αφήνω πάντα το καλύτερο για το τέλος. Σε αυτό υπάρχει κάτι το αντιφατικό, που μάλλον δεν είναι της παρούσης. Άλλοι άνθρωποι καταπίνουν αμάσητο το γεύμα για να φτάσουν πιο γρήγορα στο γλυκό. Το καλό για το τέλος. Η παραλία. Το όριο. Πίστευα ότι θα πάω απλώς μέχρι την άκρη του (άλλου; ή μήπως ήταν ο ίδιος με τον πρώτο;) μονόλιθου, θα χαζέψω λίγο τα κύματα, θα κοιτάξω λίγο προς όλες τις κατευθύνσεις και μετά θα φύγω. Αλλά τελικά το καλύτερο είχε μείνει όντως για το τέλος. Ο κύβος ερρίφθη. Δεν τον έριξα εγώ, μόνος του έπεσε. Ορίστε, αυτή είναι η διαφορά: ριγμένος και πεσμένος.

Προσπερνώ τις μπασίνες που έχουν δημιουργηθεί στην πέτρα, το νερό και τις πετρούλες μέσα, γυάλα και ψάρια, τόσο τακτικά, αλλά μόλις προσπερνώ πισωγυρνώ γιατί έχω ξεχάσει να αναφέρω κάτι σημαντικό: Μπο, λένε, είναι ο ήχος που κάνουν τα κύματα όταν σκάνε σε ένα συγκεκριμένο κοίλωμα. Όλη αυτή την ώρα, όσο περιφέρομαι στο χώρο, προσπαθώ να καταλάβω ποιο είναι το σημείο που λένε ότι δίνει το όνομα σε αυτό τον κόλπο. Έχω ήδη κάνει κάποιες παρατηρήσεις, και όλες τις φορές είπα στον εαυτό μου ότι αυτή είναι η σωστή, για εντελώς διαφορετικούς λόγους κάθε φορά. Επιστροφή λοιπόν μετά την προσπέραση.

Νομίζω ότι κοίταξα τη στιγμή που συνέβη. Στο κέντρο της παραλίας, ή στο κέντρο του μονόλιθου ή στο κέντρο των μονόλιθων, υπάρχει μία μικρή εσοχή, πλάτους τριών μέτρων και βάθους μέχρι ένα, όπου τα κύματα έσκαγαν με έναν ιδιαίτερο τρόπο, σε συνδυασμό με το σχήμα που τα ίδια (ή κάποια άλλα) είχαν προκαλέσει. Έσκαγαν μέσα στο κοίλωμα και ανά πέντε περίπου δημιουργείτο μία δίνη, το νερό τιναζόταν ψηλά και ο αέρας το έκανε αμέσως αφρό σταγόνες πυγολαμπίδες και το κουβαλούσε για δέκα μέτρα προς το φαράγγι. Αυτά τα παρατήρησα μετά. Τώρα βρισκόμαστε στη στιγμή που νομίζω ότι κοίταξα τη στιγμή που συνέβη. Ο ήλιος είναι πίσω μου. Σηκώνω τα μάτια προς την εσοχή, ένας πίδακας αφρού: ένα διαγώνιο ουράνιο τόξο. Εφτά μέτρα κοντά μου. Όταν αντικρίζεις κάτι τέτοιο εντελώς μόνος, σε ένα τόσο απάνθρωπο μέρος, μόνο τότε είσαι πραγματικά αυτόπτης μάρτυρας. Για την ακρίβεια, ένοιωσα σαν ηδονοβλεψίας. Είναι γοητευτικό: μόνος, σε ακτίνα χιλιομέτρου δεν υπάρχει άνθρωπος, ένα φυσικό φαινόμενο σπάνιο, όντως, αλλά δεν είναι κραυγαλέο, είναι ένα διαγώνιο ουράνιο τόξο μήκους δύο μέτρων που διαρκεί ένα δευτερόλεπτο, είναι ένα ουράνιο τόξο σεμνό, ατομικό.

Και λέω, καταπληκτικό, αυτή η εμπειρία κλείνει άψογα την πρώτη επιτυχημένη μου επίσκεψη στο Μπο, πάμε πίσω τώρα. Κάνω δύο βήματα. Και τότε ακούω μία ηχηρή ανάσα, την πιο δυνατή που έχω ακούσει ποτέ. Το αίμα παγώνει στις φλέβες μου, δεν έχω καν χρόνο να σκεφτώ ότι είναι κλισέ. Με την επόμενη ανάσα καταλαβαίνω: υπάρχει ένα σπάσιμο στο βράχο, στην πάνω πλευρά του, στο έδαφος που πατάω εκείνη τη στιγμή, και μέσα είναι κούφιος και τρυπημένος διαμπερώς, η ανάσα είναι ο ήχος των κυμάτων που στριφογυρίζουν εκεί μέσα, και ακούγεται σαν γιγάντιο ξύλο της βροχής. Σκέφτηκα πώς θα ήταν να βρίσκομαι πάνω σε ένα φυσητήρα. Να κάνει μία έτσι και να πάει στα βαθιά. Ίσως ακούγεται χαζό, αλλά φοβήθηκα. Δεν αφορούσε κάτι απτό. Δεν ήταν ο ίλιγγος πάνω από ένα γκρεμό. Ούτε ο καρχαρίας μέσα στο ενυδρείο. Ούτε ο ξένος που σε σταματάει και σου ζητάει τα λεφτά ή τη ζωή σου. Ήταν ένα άλλο είδος φόβου. Τώρα μόνο συνειδητοποιώ ότι ο φόβος δεν είναι μοιρολόι, αλλά πρόληψη. Αυτός που ένοιωθα δεν ήταν πρόληψη. Έμοιαζε με ακραία υπόθεση: ήταν ο ίλιγγος πάνω από ένα μυστηριωδώς μοναχικό σκαλοπάτι, ο καρχαρίας κάτω από το κρεβάτι, μία γριούλα που μοιάζει ικανή να σε σταματήσει και να σου ζητήσει τα λεφτά ή τη ζωή σου – και να πάρει όποιο της δώσεις. Ήξερα ότι δεν είχε βάση, είχα βρει την εξήγηση του ήχου, ήταν ξεκάθαρη και απλή, κι όμως δεν μπορούσα να τον καταπολεμήσω. Φυσικά δεν υπήρχε πανικός, ούτε και υστερίες, δεν έκανα μορφασμούς. Ήταν ένας ήρεμος φόβος. Δε θυμάμαι αν το καταλάβαινα εκείνη τη στιγμή, αλλά τώρα είμαι βέβαιος για τη ρίζα του: ο ήχος με έκανε να νοιώθω ότι εκεί μέσα υπήρχε κάτι ζωντανό, ή, όπως περιέγραψα πριν, ότι ήταν η μύτη κάποιου, της γης, το ρουθούνι του Μπο. Με λίγα λόγια: δεν ήταν ο φόβος για κάτι που θα μπορούσε να συμβεί, αλλά το ακριβώς αντίθετο, για κάτι που δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί, ο φόβος για κάτι που αν μπορούσε να συμβεί θα ήταν πολύ τρομακτικό, ο φόβος απέναντι στο μαγικό. Το θυμάμαι, εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι κάπως έτσι ξεκινάνε τα φαντάσματα και οι δοξασίες και οι θρύλοι. Το απίθανο είναι αυτό που μας τρομάζει περισσότερο. Επιπλέον, ο άνθρωπος δεν ερεθίζεται μόνο από αυτό που τον φοβίζει και από αυτό που δεν υπάρχει, αλλά και από τον ίδιο το φόβο. Με το ένα μάτι του μυαλού μου παρακολουθούσα το φόβητρο, με το άλλο, ταυτόχρονα και χωρίς να το θέλω, έκανα ενδοσκόπηση, γνωριζόμουν με το φόβο μου και κατ’ επέκταση με τον εαυτό μου. Από τη μία σκεφτόμουν ότι όπως ένας νεκρός άνθρωπος προκαλεί μεταξύ άλλων φόβο, έτσι και η άψυχη ύλη όταν μοιάζει ζωντανή. Από την άλλη, με μαγνήτιζε το συναίσθημα. Απόκοσμο, φρικιαστικό, μία άρρωστη ευχαρίστηση, προφανώς για τη μοναδικότητα και αυτού του φαινομένου, και ταυτόχρονα δυσφορία, η οποία με έκανε να φύγω πιο σύντομα απ’ όσο θα περίμενα από τον (συνήθως φιλοπερίεργο) εαυτό μου.

Το να μιλήσω για την ανάβαση και την κατάβαση στον Ποταμό είναι περιττό. Όχι βαρετό, ούτε αδιάφορο, αλλά δεν έχει σχέση αυτή τη στιγμή. Ορίστε, μάζεψα καμιά εικοσαριά κουκουνάρια για το φούρνο, και έξι ξύλα, τα δύο εκ των οποίων δε χώρεσαν στην τσάντα και έμειναν στα χέρια μου, το ένα σαν μικρό τόξο και το άλλο μακρύ σαν ραβδί περπατήματος αλλά λυγερό και με μια διχάλα στη μέση. Περπατούσα κι ένοιωθα σαν τον Γκάνταλφ, παρόλο που ο Γκάνταλφ δεν έχει τόξο και το ραβδί του δεν έχει διχάλα. Λίγο πριν τον Ποταμό πέτυχα την Κατερίνα και το Φαντομά να ανηφορίζουν. Μετά από λίγο το Γάλλο. Έφτασα την κατάλληλη στιγμή στην καβάτζα: όσοι ήταν κάτω τα μάζευαν όπως όπως και θα ξεκινούσαν προς τα πάνω για φαγητό. Και αυτό που πίστευα ότι θα ήταν ένα ανεμοδαρμένο μεν αλλά ήρεμο απόγευμα στην παραλία, ότι θα έκανα το πρώτο τσιγάρο της ημέρας, ότι μπορεί να δοκίμαζα να παίξω με τα κύματα στα πολύ ρηχά, (ας μην το ξεχνάμε, σήμερα είναι η μέρα που φυσάει και κυματίζει μανιωδώς), να κάνω μία βόλτα στο φαράγγι για μια κατάθεση που κουβαλούσα (παραδόξως χωρίς ενοχλήσεις) ήδη δύο μέρες, κατέληξε με άλματα στο να μαζέψω όλα μου τα πράγματα και, είκοσι λεπτά αφού έφτασα, να φύγω οριστικά.

Ένοιωθα πανικό με αυτή την ξαφνική τροπή. Πηγαινοερχόμουν στην παραλία αλλόφρων, που λέει ο λόγος, μαζεύοντας τα πράγματά μου από τρία διαφορετικά σημεία (ευτυχώς δεν είχα στήσει τη σκηνή), σίγουρος ότι θα ξεχάσω κάτι (και αυτά που ξέχασα ήταν να μαζέψω τα διαλυμένα μου πέδηλα, τα οποία ελπίζω να μαζεύτηκαν από κάποιον, χθες ή το πρωί, πριν να τα καταπιεί η θάλασσα, και το πιρούνι μου, το οποίο δε βρήκα αμέσως και προτίμησα να το αφήσω για να μη χάσω χρόνο), και φυσικά, για να γίνει ακόμα πιο αγχωτική η κατάσταση, χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο Ιάσονας που ήταν η Ελεωνόρα που μου ζήτησε αν μπορώ να τους πάω πάνω τους υπνόσακούς τους για να διανυκτερεύσουν στο λιμάνι και να στείλουν το χαλασμένο αυτοκίνητο στα Σφακιά με το έκτακτο πρωινό πλοίο, αυτό με το οποίο έφυγα τελικά. Πήγα μέχρι την καβάτζα τους, την οποία χρειάστηκε να μου περιγράψει αφού δεν είχα ιδέα πού ήταν, πήγα εκεί, πίστεψα ότι τη βρήκα, έχασα την πίστη μου, έκανα ένα γύρο γύρω από τον κέδρο, «σαν διάδρομος» είχε πει, μπήκα ξανά από ένα δεύτερο σημείο που έμοιαζε με διάδρομο, έβγαλα ένα παράπονο για το στρίμωγμα των απαιτούμενων πράξεων, κάτι σαν «γιατί όλα τώρα ρε πούστη μου», και την ίδια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ένα (γέρικο;) ζευγάρι βρισκόταν σε μια καβάτζα λίγα μέτρα πιο πέρα και έπαιζαν κάποιο επιτραπέζιο, λέω εντάξει, κι αν δεν είναι η δική τους δεν έγινε και τίποτα, θα κοιμηθούν ένα βράδυ σε ξένα σλήπινγκ μπαγκ, παίρνω τους δύο υπνόσακους, αναρωτιέμαι για λίγο αν έχουν θήκες αλλά μου μοιάζουν πολύ προφέ, ταιριαστοί με τη σκηνή, και υποθέτω ότι ανήκουν σε μια φυλή υπνόσακων που αγνοώ, ότι τυλίγονται και κρύβονται μέσα στον εαυτό τους, ξαναφτάνω στην κεντρική καβάτζα, με βλέπει ο άλλος Ιάσονας, του εξηγώ τι συμβαίνει και τον ρωτάω αν ξέρει να «κλείνει τέτοια σλήπινγκ μπαγκ» και μου λέει, φυσικά, πού είναι οι θήκες. Προφανώς. Ευτυχώς προσφέρεται να πάει να τις φέρει εκείνος. Στο μεταξύ μαζεύω και τα τελευταία δικά μου πράγματα, έρχεται ο Ιάσονας και τον βοηθάω να τα μαζέψει. Είμαι έτοιμος. Οι υπόλοιποι όχι και τόσο. Ξεκινάω την ανάβαση μόνος.

Αυτή η καταγραφή ολοκληρώνεται απότομα, όπως και η παραμονή μου σε αυτό τον ιερό τόπο: όσο ανέβαινα το μονοπάτι, λαχανιασμένος, κάθιδρος και απερχόμενος, έριχνα κάθε τόσο ματιές προς την πλευρά του Ποταμού, όπου η φύση συνεχιζόταν σαν να μην υπήρξα ποτέ, και σκεφτόμουν κάτι που σκέφτομαι σχεδόν πάντα, με ένα κόμπο στο στομάχι και ένα δάκρυ στο μυαλό,  όταν αποχαιρετώ ένα τόπο ή έναν άνθρωπο: ίσως είναι η τελευταία φορά που σε βλέπω.

Επίλογος

Αυτό ήταν το πιο μακρύ ταξίδι επιστροφής. Και τώρα που το σκέφτομαι: όχι μόνο από τη Γαύδο, αλλά και γενικώς. Είκοσι τέσσερεις ώρες. Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι, η επιστροφή με το αυτοκίνητο από το Λονδίνο το 1997 (προφανώς δεν οδηγούσα εγώ) πρέπει να διήρκεσε περισσότερο. Όπως και να ‘χει. Είκοσι τέσσερεις ώρες από τη στιγμή που ανέβηκα στο πρώτο καράβι μέχρι που ξεκλείδωσα το σπίτι μου. Ή τριάντα εφτά, αν συνυπολογίσουμε ότι τα μάζεψα και έφυγα από τον Ποταμό έντεκα ώρες νωρίτερα (κοιμήθηκα, ας πούμε, στο λιμάνι), το απόγευμα της Κυριακής. Επιπλέον, αυτή τη στιγμή, τώρα, που κάθομαι στο γραφείο μου και γράφω (Τρίτη 15 Αυγούστου, 21:12), έχω ακόμη το τζετ λαγκ που χαρακτηρίζει τα ταξίδια από και προς Γαύδο. Είναι κι αυτό μέρος του ταξιδιού.

Ήταν αρκετά αυτά που έζησα για πρώτη φορά: πρώτη φορά έμεινα στον Ποταμό, πρώτη φορά έφαγα σαλιγκάρι, ένα άλλο που τώρα μου διαφεύγει και άλλα πολλά μικρότερης σημασίας. Αλλά κυρίως: πήγα στο Μπο. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι αυτό είναι το πιο μεγάλο ταξίδι που έκανα ως τώρα στη ζωή μου: μου πήρε έξι χρόνια. Όλον αυτό τον καιρό, όλα όσα έκανα, τα βήματα μέχρι την κουζίνα για νερό, η λαϊκή του Σαββάτου, οι σκάλες του μετρό, μια μεταμεσονύκτια επιστροφή στο σπίτι, όλα, αποτελούσαν συνέχεια εκείνων των βημάτων που με πήραν από τον Πύργο, με πήγαν τόσο κοντά του μια αυγουστιάτικη μέρα του 2011 και με απομάκρυναν αμέσως, ήταν βήματα απαραίτητα, που έπρεπε να γίνουν για να καταφέρω το 2017, επιτέλους, να φτάσω στο Μπο.


Κυριακή 28 Μαΐου 2017

Τεστ νοημοσύνης





Θυμάσαι εκείνες τις ασκήσεις που υπάρχουν σε διάφορα τεστ νοημοσύνης, νομίζω ότι υπάρχουν και σε περιοδικά με σταυρόλεξα μερικές φορές, που δείχνουν μια αλληλουχία, δεν ξέρω πώς τα λένε, αλλά έλα μωρέ, ξέρεις ποια λέω, εκείνα που στο πρώτο σχήμα βλέπεις έναν άσπρο κύκλο που μέσα του έχει ένα μαύρο τετράγωνο και ένα άσπρο τρίγωνο, και το δεύτερο δείχνει ένα μαύρο τετράγωνο που έχει μέσα του έναν άσπρο κύκλο και ένα μαύρο τρίγωνο, και τα λοιπά και τα λοιπά, κι εσύ πρέπει να αναγνωρίσεις ποιο είναι το μοτίβο και να βρεις ποιο είναι το σχήμα που λείπει και συμπληρώνει την ακολουθία, ναι, μάλλον ακολουθία είναι η σωστή λέξη, όχι αλληλουχία που είπα πριν. Απ’ ό,τι θυμάμαι, αυτά τα παιχνίδια έχουν πάντα οχτώ σχήματα, κι εσύ που το λύνεις ψάχνεις το ένατο. Κατάλαβες ποια λέω; Τέλεια.

Άκου λοιπόν. Σήμερα σκεφτόμουν ξανά τις γυναίκες με τις οποίες σχετίστηκα μέχρι στιγμής στη ζωή μου. Το πρώτο μου κορίτσι ήταν η Χαρά. Ήμασταν μαζί έξι μήνες. Καλό κοριτσάκι, γλυκό, αλλά ήμασταν μικρά, ήταν και για τους δυο μας η πρώτη μας σχέση και τσακωνόμασταν συνέχεια για τους πιο ηλίθιους λόγους. Ο λόγος για τον οποίο χωρίσαμε ήταν κι αυτός ηλίθιος, όχι όμως και το ότι χωρίσαμε.

Μετά τα έφτιαξα με την Αριάδνη. Μου είπαν κάτι φίλοι «το βράδυ θα είναι και μια κοπέλα, η Αριάδνη». Νομίζω ότι πρώτα ερωτεύτηκα το όνομά της. Και το βράδυ, όταν είδα ότι ήταν όμορφη και συμπαθητική και με συμπαθούσε κι εκείνη, ερωτεύτηκα και την ίδια. Αλλά ήμασταν μαζί μόνο τρεις μήνες, μια σχέση καλοκαιρινή. Ακόμα τη σκέφτομαι μερικές φορές.

Μετά ήταν η Δώρα. Γνωριστήκαμε στο πανεπιστήμιο. Δεν ήταν τόσο όμορφη όσο η Αριάδνη, ούτε είχε τόσο όμορφο όνομα, όμως είχαμε τα ίδια ενδιαφέροντα και οι ζωές μας ήταν συγχρονισμένες γιατί βιώναμε παρόμοιες καταστάσεις, είχαμε κοινές παρέες και συχνάζαμε στα ίδια μέρη. Γενικώς, περνούσαμε ωραία και γελούσαμε πολύ. Ήμασταν μαζί τρία χρόνια. Χωρίσαμε όταν κατάλαβα, ή όταν κατάλαβε, ότι της άρεσε ένας άλλος.

Μετά από λίγο καιρό τα έφτιαξα με την Ηλιάννα. Γρήγορα ερωτευτήκαμε, γρήγορα σιχαθήκαμε ο ένας τον άλλο, γρήγορα χωρίσαμε. Παράξενο για την ηλικία μας, αλλά τσακωνόμασταν για τους πιο χαζούς λόγους, όπως με τη Χαρά. Ένοιωθα ότι ήμουν πάλι δεκαέξι χρονών. Υπήρχε πολύ πάθος, αλλά δεν άντεχα την ανωριμότητα και την ένταση. Δε λέω ότι ήταν ανώριμη μόνο εκείνη. Όμως με κάποιο μαγικό τρόπο έβγαζε από μέσα μου τον ανώριμο εαυτό μου, και αυτό με εκνεύριζε αφόρητα.

Τις τελευταίες μέρες που τα είχαμε με την Ηλιάννα, γνώρισα τυχαία μία κοπέλα με την οποία ένοιωσα αμέσως ότι επικοινωνούσαμε τέλεια. Την έλεγαν Κική. Αυτό κι αν δεν είναι ωραίο όνομα. Κάθε φορά που το σκεφτόμουν, έβλεπα ένα πτηνό, μάλλον περιστέρι, να σκαλίζει με τα νύχια του ένα τζάμι. Τα φτιάξαμε ένα μήνα μετά και ήμασταν μαζί δύο χρόνια. Εντελώς ξαφνικά άλλαξαν όλα. Ή εντελώς ξαφνικά κατάλαβα ότι όλα είχαν αλλάξει σταδιακά. Δε χωρίσαμε πολύ ωραία. Είχε τα γενέθλιά της. Ας πούμε Πέμπτη. Πήρα μία τούρτα, και μεσάνυχτα Τετάρτης προς Πέμπτη πήγα σπίτι της να της κάνω έκπληξη. Η έκπληξη, φυσικά, ήταν όλη δική μου. Άνοιξα την πόρτα με τα κλειδιά μου, και την είδα καβάλα σε ένα τύπο. Η τούρτα κατέληξε στα μούτρα του. Τον καημένο, αμφιβάλλω αν ήξερε ότι η Κική τα είχε με κάποιον.

Από αντίδραση, προσπάθησα να ξεπεράσω τον έρωτα με έρωτα. Ή με σεξ, για την ακρίβεια. Πρώτα ήταν η Ναυσικά. Ήξερα ότι δεν ήταν ο έρωτας της ζωής μου, ήξερα ότι δεν ήμουν ο έρωτας της ζωής της, και ότι το ήξερε, αλλά το σεξ ήταν φοβερό. Και το μόνο που μας ένωνε. Αυτό κράτησε ένα δύο μήνες. Και απλώς κάποια στιγμή δεν ξαναμιλήσαμε. Δεν την έψαξα, δε με έψαξε. Τόσο απλά.

Κάτι παρόμοιο συνέβη και με την Πόπη, αν και θα μπορούσα να θέλω κάτι παραπάνω, όμως εκείνη δεν ήθελε σχέση σε καμία περίπτωση. Για τρεις μήνες βρισκόμασταν περιστασιακά. Κάναμε σεξ, ακούγαμε μουσική, συζητούσαμε, μετά έφευγα. Μέχρι κάποια στιγμή που μου είπε ότι είμαι πολύ καλό παιδί, αλλά καλύτερα να μη συνεχίσουμε. Να μείνουμε απλώς φίλοι. Εγώ είπα εντάξει. Δεν την ξαναείδα ποτέ.

Και μετά ήταν η Τατιάνα. Γνωριστήκαμε μέσα σε ένα σύννεφο στην άκρη του ουρανού, παρόλο που είχε ξαστεριά. Ήξερα εξαρχής ότι ήταν η γυναίκα της ζωής μου. Καλώς ή κακώς, ακόμα το ξέρω. Ή μάλλον, για να είμαι ειλικρινής, πλέον δεν το ξέρω: το φοβάμαι. Και ελπίζω να μην ισχύει. Τέλος πάντων. Δε μου αρέσει να μιλάω για την Τατιάνα. Θα σου πω μόνο ότι ήμασταν μαζί οχτώ χρόνια. Και ότι ποτέ δε μου έδωσε μία πειστική εξήγηση για το γιατί ήθελε να χωρίσουμε. Όλα τα υπόλοιπα μπορείς να τα φανταστείς όπως θέλεις.

Και φτάνουμε στο τώρα. Αυτό το τώρα διαρκεί πέντε χρόνια. Μέσα στα οποία δεν έχει υπάρξει ούτε μισή γυναίκα, με οποιονδήποτε τρόπο.

Άκου λοιπόν να δεις τι γίνεται. Αν δεν το παρατήρησες, και δεν το βρίσκω παράλογο, οι γυναίκες με τις οποίες σχετίστηκα μέχρι στιγμής στη ζωή μου είναι οχτώ. Το συνειδητοποίησα πριν από δύο χρόνια, επειδή τις μέτρησα. Κάτι άλλο που συνειδητοποίησα, είναι ότι ξεκίνησα από το χι και κατέληξα στο ταυ, προχωρώντας τρία γράμματα τη φορά. Από το χι στο άλφα, από το άλφα στο δέλτα, από το δέλτα στο ήτα και ούτω καθ’ εξής. Επίσης, το όνομα της Χαράς έχει τέσσερα γράμματα, το όνομα της Αριάδνης εφτά, της Δώρας τέσσερα, και καταλαβαίνεις πού το πάω. Από τα τέσσερα γράμματα στα εφτά, εναλλάξ, χωρίς καμία εξαίρεση. Αυτά είναι τα στοιχεία.

Ξέρω ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει η γυναίκα που έπεται. Παρόλο που δεν το ξέρει, και παρόλο που δεν ξέρω ποια είναι. Αν βάλω στο τεστ νοημοσύνης τις διαθέσιμες παραμέτρους, συμπεραίνω ότι αυτή η γυναίκα έχει ένα όνομα που ξεκινάει από χι και έχει τέσσερα γράμματα. Όμως ξέρω ότι δεν μπορεί να λέγεται Χαρά, γιατί έτσι θα χαλούσε η ακολουθία. Δυστυχώς, όσο κι αν προσπάθησα να σκεφτώ, δεν κατάφερα να βρω κάποιο όνομα που πληροί αυτές τις προδιαγραφές. Και κυρίως, όσο κι αν έψαξα δε βρήκα ούτε και τη γυναίκα, προς το παρόν τουλάχιστον. Μπορεί τελικά να φταίει το σύστημά μου. Ίσως θα πρέπει να την ψάξω με βάση τα σουντόκου.

Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

Ο σκανταλιάρης Θεός



 
Η πρώτη σκέψη του σήμερα – 29/11/16. Φαντάζομαι ένα κόσμο που λειτουργεί διαφορετικά. Όχι πολύ διαφορετικά, μόνο λίγο, μόνο για λίγο, και όχι βάσει σχεδίου, αλλά σύμφωνα με τις στιγμιαίες εμπνεύσεις ενός σκανταλιάρη Θεού. Κατά βάση, ο κόσμος αυτός λειτουργεί κανονικά, με τον τρόπο που ξέρουμε, και τα βιβλία της φυσικής, της χημείας και των μαθηματικών δεν έχουν λόγο να αλλάξουν. Απλώς για μία στιγμή, για μία περίπτωση, για έναν άνθρωπο, μπορεί οι κανόνες να αλλάξουν, ή καλύτερα, να αγνοηθούν.

Για παράδειγμα: κάποιος βγάζει από το ψυγείο ένα κουτάκι αναψυκτικό, για κάποιο λόγο δεν το ανοίγει και το ξεχνάει, αλλά αυτό, αντί απλώς να ιδρώσει και μετά να μη συμβεί τίποτα, εκρήγνυται. Δε σκοτώνει κανέναν, τουλάχιστον όχι αυτή τη φορά, όχι σε αυτή τη στιγμιαία έμπνευση του σκανταλιάρη Θεού. Σε άλλη περίπτωση, κάποιος βάζει φασόλια στην κατσαρόλα για να φτιάξει φασολάδα, ρίχνει μέσα το κρεμμύδι, το καρότο, τη ντομάτα, τον πελτέ, το σέλινο, αλατίζει, πιπερώνει, λαδώνει, τα αφήνει σε σιγανή φωτιά και πάει στο σαλόνι να κάνει κάτι άλλο, αλλά όταν επιστρέφει και ανοίγει το καπάκι, βρίσκει, αν είναι τυχερός, χοιρινό με σέλινο, παρόλο που αυτό το φαγητό θέλει χαμηλότερη και πλατύτερη κατσαρόλα, ή αν είναι εντελώς άτυχος, νερόβραστο φιδέ. Σε άλλη περίπτωση, κάποιος αρχίζει να τρέχει, κάνει όλες τις απαραίτητες κινήσεις, αλλά δεν υπάρχει η απαιτούμενη τριβή που θα του επιτρέψει να πάει μπροστά, το έδαφος είναι ένας κυλιόμενος διάδρομος – ούτε κυλιόμενος, ούτε διάδρομος στην πραγματικότητα – που τον κάνει να τρέχει χωρίς να μετακινείται. Σε άλλη περίπτωση, κάποιος βλέπει ένα γλυκύτατο κουταβάκι και το ρωτάει «πού ‘σαι συ;», και ενώ ετοιμάζεται να πει την επόμενη βλακεία, (και ενώ ο διπλανός του σκέφτεται «μπροστά σου βρε μαλάκα, τι ηλίθια συνήθεια, να μιλάει στα ζώα»), το κουτάβι ανοίγει το στόμα και νιαουρίζει. Σε άλλη περίπτωση, κάποιος βρίσκεται στο κρεβάτι με μια κοπέλα, αλλά ο ερεθισμός του, ενώ είναι μεν υπαρκτός, δεν είναι ο αναμενόμενος: στύση παθαίνει το ένα από τα δύο αυτιά του. Σε μια άλλη περίπτωση, ένας μάλλον βαρετός τύπος λέει ένα αστείο και όλοι γύρω του γελάνε. Δεν του έχει συμβεί ποτέ ξανά αυτό, κι όμως, αν δεν είναι υποψιασμένος, μπορεί να νομίσει ότι ξαφνικά απέκτησε χιούμορ. Σε μια άλλη περίπτωση κάποιος πετάει μια πέτρα στη θάλασσα, αλλά αυτή (η πέτρα) χάνεται πίσω από τον ορίζοντα. Σε άλλη περίπτωση, κάποιος βάζει στην τσέπη του παντελονιού το κινητό ή τα κλειδιά του, αλλά τη στιγμή που θέλει να καλέσει ένα φίλο ή να ξεκλειδώσει την πόρτα του σπιτιού του, βγάζει από την τσέπη του ένα βατράχι. Σε άλλη περίπτωση, συγγενική με την προηγούμενη, κάποιος καλεί κάποιον στο τηλέφωνο, αλλά ενώ δεν υπάρχει ενδεχόμενο λάθους, μιας και κάνει αυτόματη κλήση από τους αποθηκευμένους αριθμούς, αυτός που του απαντάει είναι η νεκρή γιαγιά του, ο Τζένγκις Χαν, ο γραμματέας του δεκαπενταμελούς του Α’ Γυμνασίου Κυθήρων ή ο εαυτός του, ή ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού του δεν αντικρίζει το σπίτι του αλλά έναν τηλεφωνικό θάλαμο, μια σκάλα που οδηγεί στο ταβάνι, έναν ζωολογικό κήπο ή τη βασίλισσα της Αγγλίας να ξεσκονίζει. Δεν ξέρω αν αυτό αποτελεί μεγαλύτερη έκπληξη για το φίλο μας ή για τη βασίλισσα.

Είπαμε: κατά βάση, αυτός ο διαφορετικός κόσμος λειτουργεί κανονικά. Η επιστήμη μπορεί ακόμη να εξηγήσει την πλημμυρίδα και την άμπωτη, την οισοφαγική παλινδρόμηση, το λόγο σχηματισμού και τη σύσταση των δορυφόρων του Κρόνου, μπορεί να συνεχίσει να ψάχνει απαντήσεις και να τις βρίσκει. Για πολλά θέματα, αλλά όχι για γεγονότα όπως αυτά που περιγράφηκαν παραπάνω, όχι για αυτή την κατηγορία γεγονότων. Αυτά είναι ανεξήγητα γιατί δε λειτουργούν σύμφωνα με κανένα σχέδιο, χωρίς περιοδικότητα, χωρίς συνέπεια, ίσως ακόμη και χωρίς επανάληψη, χωρίς να αφήνουν ίχνος. Και κάθε μέρα, κάθε άνθρωπος βιώνει μία τέτοια στιγμή. Ξυπνάει γνωρίζοντας, φοβούμενος ή ελπίζοντας, ότι η μέρα του επιφυλάσσει μία έκπληξη. Ποιος ξέρει, αμφιβάλλω, αλλά μπορεί τελικά να ζούμε σε αυτό τον κόσμο. Και η πραγματική φάρσα να είναι ότι δεν το συνειδητοποιούμε.

Σε κάθε περίπτωση, αν υπήρχε Θεός, αυτόν το Θεό θα ήθελα. Κάποιον που να παίζει συνεχώς με τα αντανακλαστικά μου. Ή, αν υπάρχει, και χωρίς να θέλω να τον προσβάλω, υποβάλλω αυτό το κείμενο ως πρόταση. Συγγνώμη Θεέ, έχουμε ξεψαρώσει επικίνδυνα, πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο.

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Έχω ένα φίλο


Έχω ένα φίλο που δεν μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει.
Έχω ένα φίλο που έχει την πολυτέλεια να δουλεύει, αλλά τις περισσότερες φορές δεν ξέρει τι ώρα.
Έχω ένα φίλο που τα λέμε αραιά και πού.
Έχω ένα φίλο που μόνο γκρινιάζει.
Έχω ένα φίλο που μπερδεύει τα λόγια του όταν μιλάει μπροστά σε ανθρώπους που νομίζει ότι είναι καλύτεροι.
Έχω ένα φίλο που όταν ξυπνάει δεν ξέρει τι να κάνει.
Που όταν βραδιάζει δεν ξέρει αν θα βγάλει το βράδυ μόνος, και αν συμβεί αυτό, πώς θα περάσει την ώρα του.
Έχω ένα φίλο που μερικές φορές βλέπει ειδήσεις την ώρα που τρώει, και κλαίει μόνος πάνω από το πιάτο του.
Έχω ένα φίλο που τον συντηρεί η γιαγιά του.
Έχω ένα φίλο που είναι πάντα άτυχος.
Έχω ένα φίλο που δεν έχει τελειώσει ακόμα τη σχολή του.
Έχω ένα φίλο που αναγκάστηκε να κάνει κάτι που δεν ήθελε.
Έχω ένα φίλο που πάλι έμπλεξε.
Έχω ένα φίλο που σπάνια λέει αυτό που πραγματικά σκέφτεται.
Έχω ένα φίλο στο Λονδίνο και έναν στη Βιέννη.
Έναν πρόσφατα στη Μάλτα και έναν σύντομα στη Νάπολη.
Έχω έναν ίσως κάπου αλλού.
Έχω ένα φίλο που σε λίγο θα με πάρει τηλέφωνο, αλλά δε θα έχει την καλύτερη των διαθέσεων.
Έχω ένα φίλο που περιμένει παιδί.
Έχω ένα φίλο που έχει παιδί.
Έχω ένα φίλο που νομίζει ότι παραμένει παιδί.
Έχω ένα φίλο που ο αδερφός του έκανε δίδυμα.
Έχω ένα φίλο που δεν είναι πια φίλος μου.
Έχω ένα φίλο που η μητέρα του μπήκε στο νοσοκομείο.
Έχω ένα φίλο που τρελάθηκε.
Έχω ένα φίλο που είναι καλός μου φίλος και τον αγαπάω, αλλά δεν ξενυχτάει πια μαζί μου.
Έχω ένα φίλο με τον οποίο νοιώθω άνετα, αλλά με τον οποίο δεν περνάω καλά.
Έχω ένα φίλο που μας λείπει η παρέα μας, και ένα φίλο που του λείπει εξίσου το ότι δεν ανήκαμε ποτέ σε μια παρέα.
Έχω ένα φίλο που την παλεύει.
Έχω ένα φίλο που τα καταφέρνει, κι έναν άλλο που τα φέρνει βόλτα δύσκολα.
Έχω ένα φίλο που είδε τον πατέρα του συμμαθητή του να ζητιανεύει.
Έχω ένα φίλο που δεν μπορώ να καταλάβω.
Έχω ένα φίλο που παλιά τον ένοιωθα περισσότερο φίλο.
Έχω ένα φίλο που είναι περισσότερο φίλος μου απ’ όσο νομίζω ότι είναι φίλοι μου άλλοι άνθρωποι, παρόλο που τους βλέπω συχνότερα.
Έχω ένα φίλο που πέθανε.
Έχω ένα φίλο με τον οποίο δε χρειάζεται να εφεύρω τη συζήτηση.
Έχω ένα φίλο που του αρέσει να του μιλάω, και ένα φίλο που με κάνει παρέα για να τον ακούω.
Έχω ένα φίλο που με έκανε να γελάω.
Έχω ένα φίλο που δεν είναι τόσο φίλος μου.
Έχω ένα φίλο που δεν ξέρει πώς να είναι ενδιαφέρων.
Έχω ένα φίλο που έχει αρχίσει να ασπρίζει.
Που μου είπε με τρόπο ότι αρχίσαμε να μεγαλώνουμε.
Έχω ένα φίλο που έχει πια πιστέψει ότι η ζωή είναι για τους άλλους.
Έχω ένα φίλο που τον θυμάμαι παιδί.
Έχω ένα φίλο που πάνω του προβάλλονται όλες μου οι προβλέψεις.
Έχω ένα φίλο που κουράστηκε να μην τα καταφέρνει, και έναν άλλο που βαρέθηκε να μην προσπαθεί.
Έχω ένα φίλο που έχει αρχίσει να γίνεται γκρι.
Έχω ένα φίλο που δεν ξέρει τι θέλει να γίνει όταν θα μεγαλώσει.
Έχω ένα φίλο που θα ήθελε να έχει γεννηθεί κάπου αλλού, και έναν άλλο που θα ήθελε να έχει γεννηθεί σε κάποιο παρελθόν.
Έχω ένα φίλο που θα ήθελε να μην έχει γεννηθεί ακόμα, και έναν άλλο που θα ήθελε να μην έχει γεννηθεί καθόλου.  
Έχω ένα φίλο που δεν έχει πλοκή.
Που δε θα ολοκληρωθεί απόψε.
Έχω ένα φίλο που έχει ένα φίλο που.
Έχω ένα φίλο, αλλά θα ήταν ωραία αν πλαισιωνόταν από αυτούς που λείπουν, που πέρασαν και έφυγαν και δεν είναι πια εδώ, από αυτούς που δεν είναι πια καθόλου.
Έχω ένα φίλο που τον αγαπάω σαν αδελφό, γιατί μου δείχνει ότι τελικά δεν είμαι μοναχοπαίδι.
Έχω ένα φίλο που είναι περισσότεροι από έναν.
Για την ακρίβεια, τέσσερεις.
Ή πέντε.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

Ιμπρεσσιονισμός



«Γεια σας γιατρέ.»
«Γεια σας αγαπητέ μου.»
«Η γραμματέας σας μου είπε ότι βγήκαν τα αποτελέσματα.»
«Η ποια; Α, ναι.»
«Λοιπόν;»
«Είστε ο κύριος;»
«Μα, γιατρέ, ήμουν εδώ πριν από δέκα λεπτά.»
«Σωστά, δε σας αναγνώρισα.»
«Παρακαλώ;»
«Καθίστε.»
«Ευχαριστώ.»
«Λοιπόν, όπως σας είπα και πριν, τα αποτελέσματα βγήκαν. Και η θέση μου είναι κάπως λεπτή, καταλαβαίνετε κύριε.»
«Είμαι καλά γιατρέ;»
«Κοιτάξτε αγαπητέ μου, πώς να το πω; Λοιπόν, ας είναι: πάσχετε από μια σπάνια πάθηση που ονομάζεται ιμπρεσσιονισμός.»
«Ιμπρεσσιονισμός είπατε;»
«Μάλιστα.»
«Τι σημαίνει αυτό; Είναι σοβαρό; Θα πεθάνω;»
«Κάποια στιγμή ναι. Και τότε όλοι θα μιλάνε για σας.»
«Πίσω απ’ την πλάτη μου;»
«Πάνω απ’ το πτώμα σας θα έλεγα.»
«Και τι θα λένε γιατρέ;»
«Τα καλύτερα. Αλλά όσο παραμένετε ζωντανός είναι σχεδόν απίθανο να αναγνωριστείτε.»
«Το έχω συνηθίσει αυτό. Σχεδόν μου αρέσει. Αλλά, να, μερικές φορές νοιώθω τόσο μόνος. Ξέρετε, μια φορά καθόμουν μόνος και σκέφτηκα»
«Ω, γλυκό μου παιδί.»
«Και ποιος θα με αναγνωρίσει γιατρέ;»
«Οι οικείοι σας, ο ιατροδικαστής, κάποιος γείτονας που θα τον πάρει η μυρωδιά.»
«Ο ιατροδικαστής; Δηλαδή μου λέτε ότι θα με σκοτώσουν;»
«Ας μην προτρέχουμε. Θα μπορούσε να είναι και ατύχημα. Ασαφή αίτια. Αυτοκτονία. Οι παρούσες εξετάσεις, ξέρετε, δεν μπορούν να υποδείξουν τις μελλοντικές κινήσεις, αν μου επιτρέπετε, της πάθησης.»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται συνήθως ο ιμπρεσσιονισμός.»
«Δηλαδή;»
«Πουαντιγισμός και ντιβιζιονισμός.»
«πα-που-αν... ντιβιντιβιζ... Τι τρομακτικές λέξεις!»
«Ηρεμήστε παρακαλώ.»
«Τι σημαίνουν γιατρέ!»
«Ακούστε: σε περίπτωση πουαντιγισμού θα βλέπετε τον κόσμο διασπασμένο σε στρογγυλές χρωματικές κουκκίδες, ενώ σε περίπτωση ντιβιζιονισμού θα είναι το ίδιο.»
«Ορίστε;»
«Απλώς οι κουκκίδες θα είναι μακρόστενες.»
«Α. Ε, αυτό δεν ακούγεται και τόσο άσχημο γιατρέ.»
«Όχι, η αλήθεια είναι πως όχι. Οι χειρότερες περιπτώσεις είναι αυτές του αφηρημένου εξπρεσσιονισμού. Εκεί ανάθεμα κι αν καταλαβαίνεις τι σου γίνεται. Δε βλέπεις πραγματικά τίποτα. Τίποτα που να αξίζει τον κόπο τουλάχιστον.»
«Κι εγώ δεν το έχω αυτό γιατρέ, ε;»
«Όχι, προς το παρόν τουλάχιστον.»
«Με κάνετε πάλι να ανησυχώ.»
«Ελάτε, παρακαλώ, ηρεμήστε. Λοιπόν, πρέπει να σας πω ότι οι ιμπρεσσιονιστές είναι οι αγαπημένοι μου ασθενείς.»
«Α, γιατρέ, τώρα με κάνετε και κοκκινίζω.»
«Βεβαίως. Καταπληκτικά τοπία, γυμνά, νεκρές φύσεις. Πραγματικά απίθανοι τύποι.»
«Εγώ ήξερα να κάνω απίθανες καρικατούρες στο σχολείο. Και Σμάιλ.»
«Αυτά ούτε που θα τα θυμάστε όταν θα εξοικειωθείτε με τον πουαντιγισμό. Ή τον ντιβιζιονισμό. Πάντως, αυτό που θα χρειαστεί είναι να ταυτοποιήσουμε την τεχνοτροπία της πάθησής σας. Και να βεβαιωθούμε ότι δε θα υποτροπιάσει.»
«Να υποτροπιάσει; Μη με τρομάζετε πάλι γιατρέ.»
«Κοιτάξτε, ως επιστήμων δεν μπορώ να σας εγγυηθώ ότι η πάθησή σας δε θα εξελιχθεί σε ντανταϊσμό ή κυβισμό. Εκεί τα πράγματα γίνονται ζόρικα. Αλλά σας ξαναλέω, ας μην προτρέχουμε. Αυτό που γνωρίζω με βεβαιότητα είναι ότι πάσχετε από καλπάζοντα ιμπρεσσιονισμό.»
«Και πείτε μου γιατρέ, θα εμφανιστεί σταδιακά ή ξαφνικά;»
«Κανείς δεν έγινε ιμπρεσσιονιστής σε ένα βράδυ αγαπητέ μου. Χρειάζεται δουλειά και αφοσίωση. Δείτε το Μονέ, το βαν Γκογκ, τον Πισσαρό.»
«Δε θέλω. Φοβάμαι.»
«Κρίμα. Θα μπορούσατε να δείτε τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός ιμπρεσσιονιστή.»
«Μα, αν τους κοιτάξω έχοντας ιμπρεσσιονισμό, δε θα ήταν σαν να βλέπω δυο φορές ιμπρεσσιονιστικά;»
«Χμμ, έχετε δίκιο, μπορεί να παθαίνατε κλονισμό, υπερβολική δόση. Αν κοιτούσατε με το ένα μάτι μόνο; Νομίζω πως έτσι δε θα διατρέχατε τον παραμικρό κίνδυνο.»
«Τότε θέλω να δω. Απαιτώ να μου δείξετε.»
«Ε, να, ορίστε ένας αυθεντικός Σερά.»
«Α, τι ωραίο που είναι! Είναι καταπληκτικό.»
«Δε σας το είπα; Υπέροχο τοπίο, ε;»
«Αλλά αυτός που το ζωγράφισε γιατρέ, και συγχωρέστε με για το θάρρος, δε φαίνεται να πάσχει από ιμπρεσσιονισμό.»
«Αλλά, αλλά;»
«Δεν ξέρω. Από μυωπία, στραβισμό και καταρράκτη μαζί.»
«Μμμ, έχετε απόλυτο δίκιο. Βεβαίως παραλείψατε τον αστιγματισμό και την ωχρά κηλίδα. Αλλά δεν έχει σημασία. Νομίζω ότι μόλις ορίσατε τον ιμπρεσσιονισμό στο σύνολό του.»
«Και είναι καλό αυτό για την περίπτωσή μου γιατρέ;»
«Υποθέτω πως ναι. Αλλά ούτε αυτό έχει σημασία.»
«Και τι έχει σημασία γιατρέ;»
«Τίποτα. Βασικά μυωπία έχετε αλλά δεν ήξερα πώς να σας το σερβίρω.»
«Ε;»
«Ναι. Θα χρειαστείτε γυαλιά. Σας εύχομαι καλή σταδιοδρομία.»



Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Στορκ και Κόταπετ




Μα, λες ότι δεν έχεις διαβάσει το βιβλίο, είπε ο Κόταπετ.
Ο Στορκ, που κρατούσε το βιβλίο στα χέρια του όσο ανέπτυσσε τις θεωρίες του, το πίεσε στο στήθος του και έσφιξε κλειστά τα μάτια για να αυτοσυγκεντρωθεί, τίναξε λίγο το κεφάλι πίσω και είπε, το διάβασα, διαφωνώ πλήρως.
Σε τι; ρώτησε ο Κόταπετ.
Σε όλα, είπε ο Στορκ. Είπα: πλήρως.
Τουλάχιστον ξέρεις με τι συμφωνείς, παραδέχθηκε ο Κόταπετ.
Πρέπει να σε πληροφορήσω ότι δε συμφωνώ πλήρως ούτε με αυτά με τα οποία συμφωνώ πλήρως, είπε με φυσικότητα ο Στορκ. Ή ίσως από κεκτημένη ταχύτητα.
Συμβαίνει, ε; χαμογέλασε ο Κόταπετ. Αλλά για πες μου, σε ποια σημεία διαφωνείς μερικώς όταν δε συμφωνείς πλήρως με αυτά με τα οποία συμφωνείς πλήρως;
Κυρίως σε σημεία των οποίων τη σημασία δεν είχα σκεφτεί την ώρα που συμφωνούσα πλήρως με όσα συμφωνούσα πλήρως, είπε ο Στορκ μετά από λίγη σκέψη.
Αποκλείεται λοιπόν κάποια στιγμή στο μέλλον να διαφωνήσεις μερικώς, δε σου λέω πλήρως αλλά σκέψου το κι αυτό, είπε σοβαρά ο Κόταπετ, με αυτά με τα οποία συμφωνείς πλήρως αυτή τη στιγμή;
Ο Στορκ χαμήλωσε το κεφάλι και κοίταξε την άσφαλτο ανάμεσα στα πόδια του. Ένα μυρμήγκι περπατούσε πάνω στο παπούτσι του. Το πήρε στο δάχτυλό του και το έφερε μπροστά στο πρόσωπό του. Για δύο στιγμές το μυρμήγκι έμεινε ακίνητο, ποιος ξέρει τι αντιλαμβανόταν, και άρχισε πάλι την πορεία του χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Κυρίως επειδή ο Στορκ δημιουργούσε κυλιόμενους και περιστρεφόμενους διαδρόμους, έθετε φαύλα εμπόδια, το έκλεινε στη χούφτα του.
Για τα μυρμήγκια δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ περπατάω και τρέχω, είπε. Το φύσηξε πέρα. Το είδε για λίγο πριν χαθεί ανάμεσα σε άλλα του είδους του που έτρεχαν να ξεφύγουν από την καυτή άσφαλτο.
Ο Κόταπετ σήκωσε μερικά χαλίκια και άρχισε να τα πετάει έξω από τη σκιά.
Βαρέθηκα, είπε. Πριν πόση ώρα τους πήραμε; ρώτησε.
Ο Στορκ γύρισε και τον κοίταξε. Μετά κοίταξε το ρολόι του και, είναι τρεις, είπε. Μετά τον κοίταξε ξανά. Ο Κόταπετ είχε μία υγρή γυαλάδα στο κούτελο. Τους πήραμε στις δύο και είκοσι.
Αυτό μας κάνει σαράντα λεπτά, υπολόγισε ο Κόταπετ.
Ο Στορκ συμφώνησε πλήρως κουνώντας το κεφάλι.
Θα έπρεπε να μπορούμε να αλλάξουμε ένα λάστιχο, είπε.
Ο Κόταπετ συμφώνησε μερικώς κουνώντας το κεφάλι.
Έλα να προσπαθήσουμε άλλη μία φορά, είπε ο Στορκ.
Αρνούμαι, είπε ο Κόταπετ. Είναι ανώφελο.
Ο Στορκ γύρισε και κοίταξε από την άλλη.
Ο Κόταπετ έκανε το ίδιο.
Κάτι ακούω Κόταπετ, είπε μετά από λίγο ο Στορκ, τεντώνοντας το λαιμό προς τη δική του άλλη.
Όχι Στορκ, είπε ο Κόταπετ. Ιδέα σου είναι. Έξυσε τη γυαλάδα του. Πες μου λοιπόν: αποκλείεται; ρώτησε.
Τι; έκανε αδιάφορα ο Στορκ.
Κάποια στιγμή στο μέλλον να διαφωνήσεις έστω και μερικώς, είπε σοβαρά ο Κόταπετ, με αυτά με τα οποία συμφωνείς πλήρως αυτή τη στιγμή.
Ο Στορκ κοίταξε την άσφαλτο ακριβώς στο σημείο που την κοίταξε και πριν. Έκανε ξανά τις ίδιες σκέψεις με προηγουμένως.
Δε γίνεται να διαφωνήσω προκαταβολικά με κάτι με το οποίο συμφωνώ πλήρως αυτή τη στιγμή, διευκρίνισε τελικά ο Στορκ, είναι κάτι που πρέπει να γίνει εκ των υστέρων. Εξ ορισμού εκ των υστέρων.
Ένα μυρμήγκι είχε σκαρφαλώσει στο παπούτσι του. Πολύ θα ήθελε να μάθει αν ήταν το ίδιο με πριν. Έχοντας αυτή τη σκέψη κατά νου, το άφησε ήσυχο στην εξερεύνησή του.
Σε αυτό δεν μπορώ να διαφωνήσω, είπε ο Κόταπετ. Τώρα κάτι ακούω εγώ όμως, είπε ξαφνικά και σηκώθηκε. Μετά από δύο λεπτά φάνηκε το αμάξι της οδικής βοήθειας και αμέσως αργότερα ο άνθρωπος της οδικής βοήθειας βγήκε από το αμάξι της οδικής βοήθειας και τους ρώτησε αν αυτό ήταν το αμάξι που είχε το πρόβλημα.
Ο Στορκ και ο Κόταπετ κοίταξαν γύρω.
Ναι, ένευσαν ταυτόχρονα.
Και ποιο έσκασε; ρώτησε ο άνθρωπος της οδικής βοήθειας.
Το πίσω αριστερά, είπε ο Στορκ.
Αριστερά, συμφώνησε ο Κόταπετ.
Η ρεζέρβα είναι στο πορτ-μπαγκάζ; ρώτησε ο άνθρωπος της οδικής βοήθειας κοιτάζοντας το Στορκ.
Ο Κόταπετ κοίταξε κι αυτός το Στορκ.
Ο Στορκ κοίταξε τα παπούτσια του.
Είδες που σου το είπα Στορκ; είπε ο Κόταπετ, και άνοιξε τα χεράκια του στον αέρα: πρέπει να έχεις ρεζέρβα για να αλλάξεις λάστιχο.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Αν είχες ένα εκατομμύριο




Αν είχες ένα εκατομμύριο
Διήγημα

          Υπάρχουν διάφορες υποθετικές ερωτήσεις που εμπεριέχουν τη λέξη εκατομμύριο, όμως αυτή τη στιγμή μπορώ να σκεφτώ μόνο δύο, χωρίς να είμαι βέβαιος, εδώ που τα λέμε, ότι δεν είναι και οι μόνες που τελικά υπάρχουν, ή που είναι άξιες αναφοράς. Η πρώτη είναι η πρώτη που έρχεται στο μυαλό, καθότι είναι και αυτή που πραγματοποιείται συχνότερα: τι θα έκανες αν είχες ένα εκατομμύριο ευρώ; Δεν είναι αναγκαίο φυσικά το εκατομμύριο να είναι μοναχό, η ερώτηση μπορεί να αφορά ακόμη πιο ακραία ποσά (ποσά που δε θα δούμε ποτέ αγαπητέ μου αναγνώστη, ούτε εσύ ούτε κι εγώ, όσο κι αν το ελπίζουμε ή το απευχόμαστε), και εξίσου φυσικά δε χρειάζεται να αναφερθεί ότι το υποθετικό ποσό της εν λόγω ερώτησης που αναπόφευκτα τίθεται σε όλες τις άκρες του πλανήτη, εξαρτάται από την αξία του συναλλάγματος, τον πληθωρισμό της εκάστοτε χώρας και άλλους οικονομικούς όρους που δεν κατέχω, όπως επίσης δεν είμαι σίγουρος ότι και οι δύο που χρησιμοποίησα είναι όντως δόκιμοι. Εν πάση περιπτώσει, και για να εξηγήσω καλύτερα αυτό που θέλω να εννοήσω, υπάρχουν χώρες όπου μία τέτοια ερώτηση θα προκαλούσε απαντήσεις όπως θα αγόραζα ένα πακέτο τσιγάρα, θα έτρωγα σε ένα καλό εστιατόριο, θα πλήρωνα το νοίκι μου. Εν ολίγοις, το ποσό του ενός εκατομμυρίου (νόμισμα) είναι ένα ευτελές ή μέτριο ποσό, αντίστοιχο με το να αναρωτιόμασταν, εμείς οι περήφανοι Ευρωπαίοι, τι θα κάναμε αν είχαμε πέντε, πενήντα ή πεντακόσια ευρώ. Σε αυτές τις χώρες λοιπόν, η ερώτηση τίθεται κάνοντας λόγο για ένα δισεκατομμύριο (νόμισμα) ή ακόμα περισσότερα. Η δεύτερη ερώτηση είναι: θα έκανες (αυτό) αν σου έδιναν ένα εκατομμύριο ευρώ; Και σε αυτή την περίπτωση επίσης το ποσό είναι ανοιχτό σε διαπραγματεύσεις, άμεσα ανάλογο συνήθως του κινδύνου, του εξευτελισμού ή της δυσκολίας της πράξης. Σε αντίθεση με την πρώτη ερώτηση, που δε μας ενδιαφέρει καθόλου στην προκειμένη περίπτωση, η δεύτερη, όταν τίθεται, (συνήθως πάνω από κάποια οινοπνευματούχα ποτήρια, με ένα τσιγάρο να γυρίζει από στόμα σε στόμα, σε κάποια φοιτητική εστία, πριν ρίξουμε ένα τζοκεράκι και αφού αγοράσουμε ένα λαχείο, ή μετά από κάποια απογοήτευση οποιασδήποτε φύσεως), ανήκει εξ ορισμού και αποκλειστικά στη σφαίρα της φαντασίας, αφού τίθεται από κάποιον που δεν κατέχει το ορισθέν ποσό, σε κάποιον που δε χρειάζεται να κάνει την πράξη που υποθετικά καλείται να κάνει, και ο οποίος δεν πρόκειται να κερδίσει ή να χάσει αυτά τα χρήματα (και ο οποίος, ακούγοντας αυτή την ερώτηση, και όσο σκέφτεται τι θα έκανε αν του έδιναν κτλ κτλ για να κτλ κτλ, σκέφτεται ταυτόχρονα τι θα έκανα αν είχα [ποσό], να λοιπόν που η πρώτη ερώτηση επανέρχεται, έστω και για λίγο, έστω και εξ ανακλάσεως, συνεχίζει όμως να μη μας ενδιαφέρει), άρα η όλη κατάσταση συμβαίνει εκ του ασφαλούς και δεν έχει το παραμικρό νόημα.
          Ο Α, άνθρωπος ασαφών κινήτρων, αυτό πρέπει να το δηλώσουμε εξ αρχής, ζάπλουτος και αμφίβολης ψυχικής ισορροπίας, αποφάσισε να δώσει τέλος στην υποθετικότητα τέτοιου είδους ερωτήσεων, έστω και για μια φορά. Μία από τις αγαπημένες ασχολίες του Α ήταν να περπατάει σε εξαθλιωμένες γειτονιές της πόλης του, όπου οι δρόμοι θύμιζαν σκουπιδότοπους, τα σπίτια έμοιαζαν με ερείπια (σε καμία περίπτωση ερείπια θαυμαστά, όπως αυτά που απολαμβάνουμε σε αρχαιολογικούς χώρους, υποσημείωση ανώφελη φυσικά), οι αποχετεύσεις βρωμούσαν όπως τα χειρότερα λιμάνια του κόσμου, και οι άνθρωποι ζούσαν ο ένας πάνω στον άλλο, δυστυχισμένοι, βασανισμένοι και κάτωχροι, έχοντας ως μοναδική ελπίδα λύτρωσης έναν ήρεμο θάνατο, χωρίς οδύνη. Παράξενη ελπίδα, ένας ήρεμος θάνατος, αλλά αρκετή για να καταλάβουμε πόσο εφιαλτικές ήταν οι ζωές τους. Φυσικά, ο Α δεν καταδεχόταν να μιλήσει ποτέ με αυτούς τους απόκληρους, όλες αυτές οι πένθιμες πληροφορίες που παραθέσαμε πιο πάνω ήταν προϊόντα των παρατηρήσεων και της φαντασίας του, είναι όμως βέβαιο ότι δεν απείχαν καθόλου από την αλήθεια, όπως επίσης και ότι αποκλείεται να την ξεπερνούσαν.
          Ένα απόγευμα λοιπόν, και ενώ στεκόταν στη γωνία του κεντρικού δρόμου μιας τέτοιας γειτονιάς (ντυμένος προκλητικά, ως συνήθως, συνοδευόμενος από τους δύο ογκώδεις σωματοφύλακές του) και παρατηρούσε τους εξαθλιωμένους και αποστεωμένους ανθρώπους με τα κίτρινα πρόσωπα, άρχισε να σκέφτεται τις ερωτήσεις για τις οποίες έγινε λόγος στην αρχή του απαράδεκτου κειμένου μας. Στην απέναντι γωνία, στην άκρη του πεζοδρομίου ήρθε και κάθησε ένας πατέρας, κουρελής, άπλυτος και σιχαμένος, μαζί με τα δύο παιδάκια του, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό, τα οποία έκατσαν μπροστά του, πάνω στο βρωμερό οδόστρωμα, αδιαφορώντας για τα λιγοστά σαράβαλα που περνούσαν δίπλα τους και ήταν έτοιμα κάθε στιγμή να τους προσφέρουν ένα θάνατο καθόλου ήρεμο. Ο άντρας έβγαλε από την τσέπη του ένα κομμάτι χαρτί, το άνοιξε και από μέσα έβγαλε ένα ξερό κομμάτι ψωμί, μικρότερο από μια παιδική γροθιά. Τα παιδιά είχαν τις πλάτες τους στραμμένες στον Α, αλλά εκείνος αντιλήφθηκε ότι τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν γιατί η λάμψη έπεσε πάνω στο πρόσωπο του πατέρα. Τέτοια ευτυχία για τρεις μπουκιές ξερό ψωμί. Θα ήταν αρκετά διασκεδαστικό να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο που σχηματιζόταν αργά στο μυαλό του σε αυτήν εδώ τη γειτονιά, αλλά δε θα ήταν απολύτως διασκεδαστικό, τουλάχιστον όχι από όλες τις απόψεις. Από κάποιες απόψεις απολύτως, από κάποιες άλλες όχι τόσο, αλλά όσο απολύτως κι αν ήταν σε αυτές τις κάποιες, το όχι τόσο των άλλων ήταν αρκετό για να τον κάνει να καταλάβει ότι βρισκόταν σε λάθος γειτονιά. Αυτοί οι άνθρωποι, καθ’ όλα διασκεδαστικοί μέσα στη μιζέρια τους, δεν είχαν κανένα κοινό μαζί του, δεν υπήρχε ούτε ένα σημείο επαφής ή ταύτισης, για εκείνον σχεδόν δεν ήταν άνθρωποι, για να μην πούμε ότι σχεδόν δεν υπήρχαν. Όμοιος ομοίω.
          Αμέσως κλήθηκε ο σωφέρ του, ο οποίος έκοβε βόλτες στους δρόμους της γειτονιάς σκορπώντας δάκρυα και φθόνο. Ο Α μπήκε στο αυτοκίνητο, κάθησε στο πίσω κάθισμα, άναψε ένα πούρο του οποίου η ραφινάτη μπόχα γέμισε το θάλαμο, και η κάθε ρουφηξιά τον έφερνε πιο κοντά στην πλήρη σύλληψη του σχεδίου του. Λίγο αργότερα έφτασαν σε μια γειτονιά που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, υπό το πιο μετριοπαθές πρίσμα, μεσοαστική. Αφού περπάτησε για λίγο στους τακτοποιημένους πεζόδρομους μαζί με τους δύο σωματοφύλακές του, αποφάσισε να κάτσει σε ένα όμορφο μπιστρό. Παρήγγειλε το πιο ακριβό ρούμι και δεν παρατήρησε καν τι πήραν οι δύο φύλακες. Εξέτασε τα πρόσωπα των θαμώνων και προσπάθησε να φανταστεί ποιοι ήταν και από πού προέρχονταν. Είχε ήδη βρει δύο υποψήφιους που του φαίνονταν αρκετά υποσχόμενοι, όταν άκουσε από πίσω του κάποιον που μιλούσε στο κινητό του και έλεγε για σημαντικές εμπορικές συμφωνίες, για σύντομες φθινοπωρινές αποδράσεις σε ηλιόλουστους παραδείσους, για τα καπρίτσια και τις απαιτήσεις της γυναίκας του, για τα αντίστοιχα της ερωμένης του (απ’ όσο μπόρεσε να συμπεράνει ο Α), για τις προαποφασισμένες όσο και πανάκριβες σπουδές της τελειόφοιτης κόρης του και του λίγο μικρότερου γιου του στην Αμερική, εν ολίγοις πληροφορίες που αποκάλυπταν ένα βιοτικό επίπεδο που πολλοί θα ζήλευαν, μία ακμάζουσα επιχείρηση και μια ευτυχισμένη οικογένεια. Ο Α αναρωτήθηκε για λίγο τι είδους τηλεφώνημα μπορεί να ήταν αυτό, που έμοιαζε με βιογραφική εξομολόγηση, αλλά γυρνώντας λίγο προς τα πίσω κατάλαβε ότι αυτό το βεβιασμένο λογύδριο στην πραγματικότητα απευθυνόταν σε μια καλλίπυγο καστανή που καθόταν σε ένα κοντινό τραπεζάκι πίνοντας το καφεδάκι της και μασουλώντας το κρουασσάν βουτύρου της χωρίς να δίνει σημασία, ή κάνοντας ότι δεν. Ίσως ο άντρας παραφούσκωνε την εικόνα του εαυτού του με ψέματα, αλλά αυτό το σύντομο βλέμμα προς τα πίσω ήταν αρκετό για να καταλάβει ο Α ότι αυτά τα ίσως ψέματα δεν ήταν εντελώς αβάσιμα. Πρόσεξε τα χρυσά μανικετόκουμπα, το φίνο κουστούμι, ένα ασημένιο ρολόι σαν πιατάκι τσαγιού και δύο δαχτυλίδια. Όσα ψέματα κι αν είχε πει, η οικονομική βάση υπήρχε.
          Όταν ολοκληρώθηκε το τηλεφώνημα, ο Α έκανε νόημα με τα μάτια στον ένα φύλακά του (κάθονταν στο μπαρ), και εκείνος πλησίασε τον άντρα και του ζήτησε να μεταφερθεί στο διπλανό τραπέζι, αυτό που βρισκόταν στην πλάτη του για να είμαστε σαφείς και για να μην προκαλέσουμε σύγχυση στον αναγνώστη. Ο άντρας παραξενεύτηκε, αρχικά αρνήθηκε, αλλά ποιος ξέρει τι του είπε ή τι βλέμμα του έριξε το κουστουμαρισμένο θηρίο, και έτσι σηκώθηκε, πήρε το κεχριμπαρένιο ποτό του και ήρθε να κάτσει με τον Α. Οι δύο άντρες έμειναν να κοιτάζονται για μερικά δευτερόλεπτα. Ο Α τον εξέτασε από πάνω ως κάτω και παρατήρησε ότι το κουστούμι δεν ήταν τόσο καλό όσο του είχε φανεί αρχικά, τα μανικετόκουμπα του φάνηκαν θαμπά, το ρολόι μαϊμού (το μιμητικότερο εκ των πρωτευόντων), και, οποία ντροπή, ότι το κινητό δεν ήταν το τελευταίο μοντέλο. Δεν ήταν καν το προτελευταίο. Σχεδόν πανηγύρισε, αλλά συγκρατήθηκε. Ήταν ο τέλειος άνθρωπος.
          Συστήθηκαν. Ο Β (έτσι θα αποκαλούμε αυτό τον άντρα από δω και πέρα, παρόλο που δε λέγεται έτσι) ζήτησε να μάθει το λόγο της πρόσκλησης, αλλά ο Α αγνόησε την ερώτηση και τον ρώτησε με τι ασχολείται, από πού είναι, κτλ κτλ, και ο τόνος του ήταν τέτοιος που δεν άφησε στον Β το περιθώριο να μην απαντήσει στις ερωτήσεις, ούτε και να επιμείνει στη δική του. Είπε λοιπόν ότι είχε μια εύρωστη επιχείρηση που έφτιαχνε πλαστικά και χάρτινα ποτήρια, πλαστικά μαχαιροπίρουνα, χαρτοπετσέτες. Τι τα θες, είπε, φαίνονται μικρά αλλά εκεί είναι τα φράγκα, στα μικρά πράγματα. Ήθελε να επεκτείνει την επιχείρηση στις οδοντογλυφίδες και τα αρωματικά μαντηλάκια. Ζούσε σε μια πολύ καλή γειτονιά, αρκετά κοντά σε αυτή που βρισκόμαστε τώρα, του μίλησε για τη γυναίκα και τα παιδιά του (απέκρυψε την ερωμένη), για το αυτοκίνητο και το εξοχικό του. Ο Α συμπέρανε ότι ο Β ήταν πολύ ευκατάστατος αλλά δεν είχε φτάσει στο σημείο που επιθυμεί κάθε άνθρωπος: να εξασφαλίσει για πάντα τον εαυτό του και τα παιδιά του. Βασιζόμενος σε έναν αβάσιμο συλλογισμό, που δεν απείχε όμως από την αλήθεια, ο Α υπολόγισε ότι αν ο Β έκλεινε το εργοστάσιο και σταματούσε να δουλεύει, η περιουσία του θα ήταν ικανή να τον συντηρήσει για μία δεκαετία το πολύ. Αρχικά, όταν συνελάμβανε ακόμα το σχέδιό του, σκόπευε να δομήσει την ερώτησή του γύρω από ένα εκατομμύριο, αλλά τώρα, μπροστά σε πραγματικές συνθήκες και μη θέλοντας να το διακινδυνεύσει, αποφάσισε να προσφέρει τρία.
        «Έχω να σας κάνω μία πρόταση.» είπε. Ο άλλος έδειξε να ενδιαφέρεται, αυτό έδειξαν οι αντιδράσεις του σώματός του.
          «Σας ακούω.»
          «Για τρία εκατομμύρια ευρώ,» ξεκίνησε ο Α και αφέθηκε σε μία μακρά παύση για να αφήσει το συνομιλητή του να επαναλάβει μέσα του αυτές τις τόσο όμορφες λέξεις, για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του, για να τον κάνει να ποθήσει τη συνέχεια και για να δει το βλέμμα του, για να παίξει μαζί του εν ολίγοις, «θα τρώγατε τα σκατά σας;»
          Η αντίδραση του Β ήταν ένα μείγμα απογοήτευσης και προσβεβλημένης αξιοπρέπειας, με ένα λεπτό φινίρισμα από βρισιές και βλέμματα μίσους.
          «Η προσφορά μου είναι σοβαρή, αληθής και θα ισχύει μέχρι αύριο το πρωί στις εννέα.» του είπε χωρίς να κινήσει οτιδήποτε άλλο εκτός από τα χείλια του. Ο Β έκανε να σηκωθεί θυμωμένος. Ο Α τον σταμάτησε: «Αυτή είναι η κάρτα μου.» του είπε, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση. Ο Β σάστισε, ξανάκατσε στην καρέκλα του και στο βλέμμα του φαίνονταν οι ερωτήσεις ποια κάρτα και, κυρίως, ποια αυτή; Η κάρτα εισήλθε αργά αργά στο οπτικό του πεδίο και τον κοψοχόλιασε, αφού κατάλαβε ότι όλη αυτή την ώρα ο σωματοφύλακας στεκόταν από πίσω του. Την κοίταξε για λίγο, κοίταξε τον Α, έκανε να φύγει, έφυγε, ξαναγύρισε, στάθηκε πάνω από το τραπέζι μπαρουτοκαπνισμένος, ψάχνοντας κάτι να πει, εκνευρίστηκε που δεν έβρισκε τίποτα, ο σωματοφύλακας του έβαλε την κάρτα στο τσεπάκι του σακακιού, του ίσιωσε τη γραβάτα και τον έστειλε στο καλό.
          Δεν έχει κανένα νόημα να περιγράψουμε την ήρεμη αγωνία του Α ούτε και τον ολονύκτιο διχασμό του Β. Εδώ δεν κάνουμε ψυχογράφημα. Αρκεί να μεταφερθούμε στο επόμενο πρωινό, λίγο πριν τις εννιά, και να ακούσουμε το τηλέφωνο που χτυπά στην έπαυλη του Α για να καταλάβουμε ότι ο Β αποφάσισε πως για τρία εκατομμύρια ευρώ αξίζει να φας τα πάντα, ακόμα και τα σκατά σου, ίσως ακόμη και τα παιδιά σου.
          Κάποια πράγματα πρέπει να γίνονται όταν είναι ακόμη ζεστά. Το γεύμα κανονίστηκε για το ίδιο βράδυ. Ο Β έφτασε στην έπαυλη του Α και τον υποδέχτηκε μια γυναίκα του υπηρετικού προσωπικού, η οποία πήρε το παλτό και το κασκόλ του και τον παρέδωσε στο σωματοφύλακα που το προηγούμενο απόγευμα του είχε δώσει την κάρτα. Εκείνος, σιωπηλός σαν βιβλίο, τον οδήγησε σε ένα μεγάλο δωμάτιο με ελάχιστα έπιπλα, ένα τραπέζι και μια καρέκλα για την ακρίβεια, και γυμνούς τοίχους χωρίς παράθυρα. Ένας άλλος άντρας, ας τον ονομάσουμε Λ για να μη χρειάζεται συνέχεια να γράφουμε ο άντρας και ο άντρας, του έδωσε κάποιες εξηγήσεις. Τον ρώτησε αν ήταν έτοιμος, από άποψη πέψης, και του είπε ότι μπορούσε να διαχειριστεί το θέμα όπως επιθυμούσε, ντυμένος ή γυμνός, με οπτικά ή απτά ερωτικά βοηθήματα, να αφοδεύσει όπου ήθελε, στο πάτωμα, στη λευκή πορσελάνινη λεκάνη, στο τραπέζι, στα χέρια του, ότι μπορούσε να πάρει όσο χρόνο χρειαζόταν. Γενικώς, δεν υπήρχαν περιορισμοί. Ο μόνος περιορισμός ήταν ότι ο Λ θα έμπαινε μαζί του στο δωμάτιο για να πιστοποιήσει την πράξη.
          Μπήκαν στο δωμάτιο. Ο Λ έκατσε σε μια καρέκλα δίπλα στην πόρτα και παρακολουθούσε τον Β που δεν ήξερε τι να κάνει και από πού να αρχίσει. Περιφερόταν στο χώρο, ίδρωνε και ξεφυσούσε. Μετά από είκοσι λεπτά που κύλησαν έτσι, κατέβασε με αργές κινήσεις το παντελόνι του, το εσώρουχό του, και έκατσε πάνω από τη λεκάνη με λυγισμένα γόνατα. Όση ώρα προσπαθούσε να συγκετρωθεί, κοιτούσε πλαγίως τον Λ, ο οποίος έκανε ότι δεν έδινε σημασία, για να τον διευκολύνει. Μετά από δέκα λεπτά που πέρασαν με υπόκωφες, και σε δύο περιπτώσεις ντροπαλές, πορδές, μία μακρόστενη κουράδα ξεμύτισε ανάμεσα στα κωλομέρια του και κουλουριάστηκε μέσα στη λεκάνη. Ο Λ θέλησε να χειροκροτήσει, αλλά δεν το έκανε. Το εύκολο μέρος είχε ολοκληρωθεί και δεν ήθελε να τον αγχώσει τώρα που έφτανε στο κυρίως πιάτο. Όλο το δωμάτιο βρωμοκοπούσε. Ο Β έμεινε για αρκετή ώρα να κοιτάζει το περιεχόμενο της λεκάνης, ιδρώνοντας και ξεφυσώντας, χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει κάποιους αναστεναγμούς δυσφορίας. Ο Λ δεν άντεξε και έσπασε τη σιωπή του, παρόλο που δεν το ήθελε. Του επεσήμανε ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να έβγαζε τα ρούχα του από τη μέση και πάνω. Ότι τι δικαιλογίες θα έβρισκε να πει στη γυναίκα του αν πήγαινε στο σπίτι με χεσμένο γιακά, ή ποιος ξέρει τι άλλο. Ο Β πήρε το βλέμμα που έχουμε όταν μας κάνουν υποδείξεις, σωστές μεν αλλά ενοχλητικές, την ώρα που βρισκόμαστε σε δύσκολη θέση, απλά το δικό του βλέμμα ήταν τρία εκατομμύρια φορές πιο ενοχλημένο, αξιολύπητο και κατσιασμένο. Υπάκουσε στην υπόδειξη βγάζοντας το σακάκι, το πουκάμισο και το φανελάκι με μηχανικές κινήσεις, και γονάτισε ξανά πάνω από τη λεκάνη. Έμεινε έτσι για άλλα δέκα λεπτά. Μέχρι που ξαφνικά έχωσε το χέρι μέσα στα σκατά, έμεινε έτσι για ένα δευτερόλεπτο, και με μια απότομη κίνηση έφερε στο στόμα του τη γεμάτη του χούφτα. Αμέσως όλο του το σώμα τραντάχτηκε από ένα σπασμό, και το δωμάτιο γέμισε με ακόμα πιο έντονη μπόχα λόγω της σπασμένης κουράδας. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν έκανε σκέψεις όπως τι ήταν κάποτε αυτό που τώρα έτρωγε, για ποιο λόγο ήταν καφέ, πότε πρόλαβε και κρύωσε, πώς μπορούν κάποιοι άνθρωποι και τη βρίσκουν με αυτό τον τρόπο. Ωστόσο, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι αναρωτιόταν πώς θα κατάφερνε να φάει όλο το κουράδι χωρίς να κάνει εμετό, και ότι αυτή ακριβώς η σκέψη ήταν που τον έκανε τελικά να κάνει εμετό. Τώρα λοιπόν δεν είχε απλώς να φάει τα σκατά. Έπρεπε να φάει τα σκατά του επικαλυμμένα με τον εμετό του. Δύο ώρες αργότερα, και μετά από πολλά πισωγυρίσματα, είχε τελειώσει. Αν υπάρχει θέληση όλα γίνονται.
          Ο Λ τον πλησίασε, έλεγξε τη λεκάνη και είδε ότι ήταν άδεια. Υπήρχαν μόνο λίγα υπολείμματα εμετού, ή κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί κυρίως εμετός, αφού μετά από όλη αυτή τη διαδικασία, αυτές οι δύο έννοιες είχαν πλέον συγχωνευθεί. Το αποτέλεσμα πάντως ήταν ικανοποιητικό.
          «Συγχαρητήρια.» του είπε. «Μόλις φάγατε τα σκατά σας». Ο τόνος λεπτής ειρωνείας που πίστευε ότι διέκρινε ο Β, διαγράφηκε από την προσθήκη, «Για τρία εκατομμύρια ευρώ.» Επανήλθε όμως: «Ελπίζω να σκεφτήκατε να φέρετε οδοντόβουρτσα.»
          Δεν είχε φέρει. Και κανείς δεν του έδωσε.
          Σε καμία περίπτωση δε μας ενδιαφέρει η αποχώρησή του από την έπαυλη του Α, ούτε η επιστροφή στο σπίτι του, ούτε και η πολύ παράξενη συμπεριφορά του απέναντι στη γυναίκα και τα παιδιά του, το ότι πήγε και κλείστηκε στον ξενώνα χωρίς να μιλήσει σε κανέναν, και άλλες τέτοιες δευτερεύουσες λεπτομέρειες. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι το επόμενο μεσημέρι μίλησε με την τράπεζα και πληροφορήθηκε ότι ο λογαριασμός του είχε μεγαλώσει κατά τρία εκατομμύρια ευρώ. Αυτή η είδηση ήταν σχεδόν αρκετή για να τον κάνει να ξεχάσει τη σιχαμάρα της προηγούμενης νύχτας, παρόλο που τα ούλα, τα δόντια και ο ουρανίσκος του ήταν ακόμα διαποτισμένα από τα περιττώματά του, όσες φορές κι αν βούρτσισε τα δόντια του, όσες στοματικές πλύσεις κι αν έκανε. Σύντομα η αηδία επέστρεψε, χωρίς όμως να ξεπερνά πλέον τη χαρά. Έφυγε από το σπίτι και πήγε για σούσι. Όχι γιατί το έκανε κέφι εκείνη την ώρα, αλλά για να πνίξει το στόμα του στο ουασάμπι. Αργότερα στο σπίτι έφαγε τρία κρεμμύδια και ένα σκόρδο, μπόλικο ταμπάσκο, ήπιε μισό μπουκάλι ουίσκυ, και γενικώς έβαλε στο στόμα του τις πιο δυνατές γεύσεις για να ξεπλύνει τις άλλες, τις επίμονες, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι η γεύση των περιττωμάτων του είχε φύγει προ πολλού από το στόμα του και κατοικούσε μόνο στο μυαλό του. Εκεί όμως δεν είχε καμία πρόσβαση.
          Την επόμενη μέρα ένοιωθε ήδη καλύτερα, και η σκέψη του τραπεζικού του λογαριασμού επισκίαζε εντελώς την ανάμνηση της προχθεσινής νύχτας. Χωρίς να εξηγήσει τίποτα σε κανέναν, το απόγευμα επέστρεψε στο σπίτι με ένα ολοκαίνουργιο και πανάκριβο διθέσιο αυτοκίνητο (δε θα αναφέρουμε τη μάρκα, δεν είναι εδώ τόπος για διαφημίσεις), την επομένη αγόρασε εξοχικό σε ένα νησί, και τη μεθεπομένη έκανε τις πρώτες κινήσεις για την επέκταση της επιχείρησής του. Μέσα σε μία εβδομάδα είχε ξοδέψει ή επενδύσει τα δύο τρίτα του ουρανοκατέβατου κεφαλαίου, και η αυτοπεποίθησή του είχε τονωθεί, ίσως ήταν πιο σίγουρος για τον εαυτό του από ποτέ. Ο οξυδερκής αναγνώστης έχει ήδη καταλάβει ότι όλες αυτές οι θετικές συνέπειες για το φίλο μας δεν είναι παρά ένα μικρό διάλειμμα πριν από την επόμενη ανατροπή, όχι μόνο της πλοκής, αλλά και της ψυχικής του ισορροπίας. Γιατί λίγες μέρες αργότερα, ο Β, βγαίνοντας από το εργοστάσιό του βρήκε κάτω από τον υαλοκαθαριστήρα του καινούργιου του αυτοκινήτου έναν ψηφιακό πολυμορφικό δίσκο, κοινώς, ένα DVD.
          Το περιεχόμενο είναι προφανές: αφού είδε τον εαυτό του να τρώει τα σκατά του (μα πού διάολο ήταν κρυμμένη αυτή η κάμερα;), είδε στην οθόνη τον Α, ο οποίος του έλεγε, πολύ απλά, το εξής: «Αν δε μου δώσετε τρία εκατομμύρια ευρώ, η γυναίκα σας και τα παιδιά σας θα δούνε αυτό το βίντεο. Υποθέτω πως δε θα το θέλατε αυτό.» Ο Β γέμισε οργή και τρόμο. Η πρώτη του κίνηση, ενστικτώδης, ήταν να ψάξει το τηλέφωνό του για να καλέσει το δικηγόρο του, θέλοντας να υποβάλει μήνυση για εκβιασμό, αλλά αμέσως κατάλαβε ότι η οποιαδήποτε νίκη θα ήταν μόνο ηθικής φύσης, και ότι σε καμία περίπτωση δε θα απέφευγε το ξεμπρόστιασμα και την κατακραυγή. Ενώ εκείνος ήθελε πάση θυσία να αποφύγει τον εξευτελισμό. Γι’ αυτό κάλεσε αμέσως τον Α – περιττό να πούμε ότι δε μίλησε με τον Α, αλλά με τον Λ – και του είπε να μην κάνει καμιά βλακεία και ότι θα επέστρεφε τα χρήματα εντός ολίγων ημερών. Μέσα σε αυτές τις μέρες πούλησε το αυτοκίνητο, στο ένα τρίτο της αρχικής τιμής, το εξοχικό, στα δύο τρίτα της αρχικής τιμής, αλλά συνειδητοποίησε ότι για να πάρει πίσω τα χρήματα που είχε επενδύσει στην επέκταση της επιχείρησης δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Από τα χρήματα που έλαβε, κατάφερε να πάρει πίσω λιγότερα από τα μισά. Έτσι λοιπόν, αναγκάστηκε να αντλήσει κεφάλαια από τον τραπεζικό του λογαριασμό. Την επόμενη εβδομάδα κατέθεσε τρία εκατομμύρια ευρώ στο λογαριασμό του Α και, ήσυχος πλέον, προσπάθησε να ξεχάσει όλα όσα είχαν συμβεί.
          Όμως, δύο μέρες αργότερα, ξύπνησε για να δει ότι η γυναίκα του είχε πάρει τα παιδιά και είχαν φύγει από το σπίτι. Μπορούμε να φανταστούμε ένα σωματοφύλακα να την πλησιάζει την ώρα που βγαίνει από το δοκιμαστήριο σε ένα κατάστημα ρούχων, κοιτάζεται στον καθρέφτη και αξιολογεί το φόρεμα που σε λίγη ώρα ίσως γίνει δικό της, να πλησιάζει τα παιδιά που περιμένουν το σχολικό, και να τους δίνει από ένα DVD, το οποίο περιέχει το βίντεο της κοπροφαγίας και άλλο ένα όπου ο Λ, με καλυμμένο πρόσωπο, εξηγεί τι ακριβώς συνέβη και ποιο ήταν το τίμημα. Η γυναίκα του λοιπόν, την οποία δεν υπάρχει λόγος να ονομάσουμε κάπως, αφού σε λίγο η ιστορία μας φτάνει στο τέλος της, του είχε αφήσει ένα σημείωμα όπου τον αποκαλούσε σιχαμένο, του έλεγε ότι θα μιλούσε με το δικηγόρο της, ότι δε θα ξαναέβλεπε ποτέ τα παιδιά του. Αργότερα μέσα στη μέρα, ο Β δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον εν λόγω δικηγόρο, τον οποίο από τώρα και στο εξής θα αποκαλούμε δικηγόρο, που τον ενημέρωσε για την αίτηση διαζυγίου, επιμέλειας των παιδιών και διάφορα νομικά που έκαναν λόγο για ηθική αποζημίωση, διατροφή, τρία εκατομμύρια, αλλά ο Β πλέον δεν καταλάβαινε τι του γινόταν. Και το τελικό χτύπημα, αν και δεν το ξέρει ακόμα, βρίσκεται στα εισερχόμενα της ηλεκτρονικής του αλληλογραφίας: ένας σύνδεσμος που οδηγεί σε ένα βίντεο με ελάχιστες θεάσεις, το οποίο όμως μέσα σε λίγες ώρες θα έχει γίνει viral.
          Έτσι λοιπόν τελειώνει η ιστορία του ανθρώπου που έφαγε τα σκατά του για τρία εκατομμύρια ευρώ. Ο οποίος, εδώ που τα λέμε, όχι μόνο δεν πήρε τρία, αλλά έδωσε και δύο για να τα φάει, και ποιος ξέρει αργότερα πόσα ακόμα.